Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αναγνωστικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που αναφέρεται στην ανάγνωση Βικιλεξικό
    • Η δυσαναγνωσία αποτελεί μία κατηγορία των ειδικών μαθησιακών δυσκολιών, η οποία εστιάζει τη μελέτη της στην περιοχή της αναγνωστικής ικανότητας (ακρίβεια, ταχύτητα και κατανόηση), κατά την οποία το άτομο δεν αποδίδει το αναμενόμενο όριο που αντιστοιχεί στη χρονολογική ηλικία του, στη νοημοσύνη και στο επίπεδο εκπαίδευσής του.

Ετυμολογία

αναγνωστικός < → λείπει η ετυμολογία

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαναγνωστικόςαναγνωστικήαναγνωστικό
Γενικήαναγνωστικούαναγνωστικήςαναγνωστικού
Αιτιατικήαναγνωστικόαναγνωστικήαναγνωστικό
Κλητικήαναγνωστικέαναγνωστικήαναγνωστικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαναγνωστικοίαναγνωστικέςαναγνωστικά
Γενικήαναγνωστικώναναγνωστικώναναγνωστικών
Αιτιατικήαναγνωστικούςαναγνωστικέςαναγνωστικά
Κλητικήαναγνωστικοίαναγνωστικέςαναγνωστικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →