αναγνώστρια
•
- θηλυκό του αναγνώστης Βικιλεξικό
- Ἀλλά, συγγνώμην, ὡραῖαι μου ἀναγνώστριαι, ἐλησμόνησα ὅτι ὁ χρόνος ἐπενεργεῖ ἀντιθέτως ἐπὶ τοῦ ὑμετέρου λεπτοφυοῡς διοργανισμοῦ, καθιστῶν ὑμᾶς ἀπὸ ἔτους εἰς ἔτος δροσερωτέρας καὶ νεαρωτέρας (⌘ Κωνσταντίνος Σκόκος, «Ο αλάνθαστος και αψευδής Καζαμίας του 1886», στο Γελοιογραφικόν Ημερολόγιον του Έτους 1886)
Ετυμολογία
αναγνώστρια < αναγνώσ(της) + -τρια
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αναγνώστρια | αναγνώστριες |
| Γενική | αναγνώστριας | αναγνωστριών |
| Αιτιατική | αναγνώστρια | αναγνώστριες |
| Κλητική | αναγνώστρια | αναγνώστριες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →