αναγομώνω
•
- ξαναγεμίζω πυρομαχικά με εκρηκτικό υλικό Βικιλεξικό
- ξαναπροσθέτω κατάλληλο χημικό στα ελαστικά, ώστε να αποκτήσει πάλι ιδιότητες που έχει χάσει λόγω πολυκαιρίας Βικιλεξικό
- γεμίζω πυροσβεστήρα με νέο, ενεργό υλικό Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αναγομώνω < ανα- + γομώνω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | αναγομώνω | αναγομώνεις | αναγομώνει | αναγομώνουμε | αναγομώνετε | αναγομώνουν / αναγομώνουνε |
| Παρατατικός | αναγόμωνα | αναγόμωνες | αναγόμωνε | αναγομώναμε | αναγομώνατε | αναγομώναν / αναγομώνανε / αναγόμωναν |
| Αόριστος | αναγόμωσα | αναγόμωσες | αναγόμωσε | αναγομώσαμε | αναγομώσατε | αναγομώσαν / αναγομώσανε / αναγόμωσαν |
| Μέλλοντας | θα αναγομώνω / θα αναγομώσω | θα αναγομώνεις / θα αναγομώσεις | θα αναγομώνει / θα αναγομώσει | θα αναγομώνουμε / θα αναγομώσουμε | θα αναγομώνετε / θα αναγομώσετε | θα αναγομώνουν / θα αναγομώνουνε / θα αναγομώσουν / θα αναγομώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω αναγομώσει | έχεις αναγομώσει | έχει αναγομώσει | έχουμε αναγομώσει | έχετε αναγομώσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα αναγομώσει | είχες αναγομώσει | είχε αναγομώσει | είχαμε αναγομώσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω αναγομώσει / να αναγομώνω / να αναγομώσω | να έχεις αναγομώσει / να αναγομώνεις / να αναγομώσεις | να έχει αναγομώσει / να αναγομώνει / να αναγομώσει | να έχουμε αναγομώσει / να αναγομώνουμε / να αναγομώσουμε | να έχετε αναγομώσει / να αναγομώνετε / να αναγομώσετε | να αναγομώνουν / να αναγομώνουνε / να αναγομώσουν / να αναγομώσουνε |
| Προστακτική | — | αναγόμωνε / αναγόμωσε | — | — | αναγομώνετε / αναγομώστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →