αναγράφω
•
- γράφω κάτι πάνω σε μια επιφάνεια Βικιλεξικό
- για μια επιφάνειαφέρω γραμμένο κείμενο Βικιλεξικό
- οι ετικέτες των συσκευασμένων τροφίμων πρέπει να αναγράφουν την ημερομηνία λήξεως
Ετυμολογία
αναγράφω < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἀναγράφω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | αναγράφω | αναγράφεις | αναγράφει | αναγράφουμε | αναγράφετε | αναγράφουν / αναγράφουνε |
| Παρατατικός | ανέγραφα | ανέγραφες | ανέγραφε | αναγράφαμε | αναγράφατε | ανέγραφαν / αναγράφαν / αναγράφανε |
| Αόριστος | ανέγραψα | ανέγραψες | ανέγραψε | αναγράψαμε | αναγράψατε | ανέγραψαν / αναγράψαν / αναγράψανε |
| Μέλλοντας | θα αναγράφω / θα αναγράψω | θα αναγράφεις / θα αναγράψεις | θα αναγράφει / θα αναγράψει | θα αναγράφουμε / θα αναγράψουμε | θα αναγράφετε / θα αναγράψετε | θα αναγράφουν / θα αναγράφουνε / θα αναγράψουν / θα αναγράψουνε |
| Παρακείμενος | έχω αναγράψει | έχεις αναγράψει | έχει αναγράψει | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα αναγράψει | είχες αναγράψει | είχε αναγράψει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω αναγράψει / να αναγράφω / να αναγράψω | να έχεις αναγράψει / να αναγράφεις / να αναγράψεις | να έχει αναγράψει / να αναγράφει / να αναγράψει | να αναγράφουμε / να αναγράψουμε | να αναγράφετε / να αναγράψετε | να αναγράφουν / να αναγράφουνε / να αναγράψουν / να αναγράψουνε |
| Προστακτική | — | έχε αναγραμμένο / ανάγραφε / ανάγραψε | — | — | αναγράφετε / αναγράψτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →