Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αναγραμματίζω

ρήμα
•
  1. σχηματίζω μια λέξη ή μια φράση με μετάθεση των γραμμάτων που υπάρχουν σε μια άλλη λέξη η φράση Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αναγραμματίζω < αρχαία ελληνική ἀναγραμματίζω < ἀνά + γράμμα

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςαναγραμματίζωαναγραμματίζειςαναγραμματίζειαναγραμματίζουμεαναγραμματίζετεαναγραμματίζουν / αναγραμματίζουνε
Παρατατικόςαναγραμμάτιζααναγραμμάτιζεςαναγραμμάτιζεαναγραμματίζαμεαναγραμματίζατεαναγραμμάτιζαν / αναγραμματίζαν / αναγραμματίζανε
Αόριστοςαναγραμμάτισααναγραμμάτισεςαναγραμμάτισεαναγραμματίσαμεαναγραμματίσατεαναγραμμάτισαν / αναγραμματίσαν / αναγραμματίσανε
Μέλλονταςθα αναγραμματίζω / θα αναγραμματίσωθα αναγραμματίζεις / θα αναγραμματίσειςθα αναγραμματίζει / θα αναγραμματίσειθα αναγραμματίζουμε / θα αναγραμματίσουμεθα αναγραμματίζετε / θα αναγραμματίσετεθα αναγραμματίζουν / θα αναγραμματίζουνε / θα αναγραμματίσουν / θα αναγραμματίσουνε
Παρακείμενοςέχω αναγραμματίσειέχεις αναγραμματίσειέχει αναγραμματίσειέχουμε αναγραμματίσειέχετε αναγραμματίσει—
Υπερσυντέλικοςείχα αναγραμματίσειείχες αναγραμματίσειείχε αναγραμματίσειείχαμε αναγραμματίσει——
Υποτακτικήνα έχω αναγραμματίσει / να αναγραμματίζω / να αναγραμματίσωνα έχεις αναγραμματίσει / να αναγραμματίζεις / να αναγραμματίσειςνα έχει αναγραμματίσει / να αναγραμματίζει / να αναγραμματίσεινα έχουμε αναγραμματίσει / να αναγραμματίζουμε / να αναγραμματίσουμενα έχετε αναγραμματίσει / να αναγραμματίζετε / να αναγραμματίσετενα αναγραμματίζουν / να αναγραμματίζουνε / να αναγραμματίσουν / να αναγραμματίσουνε
Προστακτική—αναγραμμάτιζε / αναγραμμάτισε——αναγραμματίζετε / αναγραμματίστε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →