Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αναγωγικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με την αναγωγή, αναφέρεται σ’ αυτή ή είναι κατάλληλος γι’ αυτή Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αναγωγικός < (ελληνιστική κοινή) < ἀνάγω < ἄγω < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *h₂eǵ-

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαναγωγικόςαναγωγικήαναγωγικό
Γενικήαναγωγικούαναγωγικήςαναγωγικού
Αιτιατικήαναγωγικόαναγωγικήαναγωγικό
Κλητικήαναγωγικέαναγωγικήαναγωγικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαναγωγικοίαναγωγικέςαναγωγικά
Γενικήαναγωγικώναναγωγικώναναγωγικών
Αιτιατικήαναγωγικούςαναγωγικέςαναγωγικά
Κλητικήαναγωγικοίαναγωγικέςαναγωγικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →