Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αναγόρευμα

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. λόγιοχλευαστικό παρατσούκλι ή παρανόμι Βικιλεξικό
    • Τὸν ἐνθυμοῦντο ὅλοι, ὅταν ἦσαν παιδιὰ εἰς τὸ δημοτικὸν σχολεῖον καὶ εἰς τὴν αʹ τοῦ Ἑλληνικοῦ· διότι ὣς ἐκεῖ ἐπήγαιναν συνήθως τὰ καπετανόπουλα τοῦ τόπου. Δὲν ὑπῆρχεν ὄνειδος καὶ χλεύη, δὲν ὑπῆρχε παραγκώμι καὶ ἀναγόρευμα, τὸ ὁποῖον νὰ μὴν τοῦ ἔρριπτον κατάμουτρα. Συνήθως τὸν ὠνόμαζον «σαλιάρα» ἢ «μπουκαπόρτα» ἢ «μάπα κεφάλι». Ἀλλὰ τώρα, ὅταν τὸν ἔβλεπαν καὶ τὸν ἐζήλευαν, θὰ ἠδύναντο νὰ εἴπωσι πρὸς ἀλλήλους: «Οὗτος ἦν ὃν ἔσχομέν ποτε εἰς γέλωτα καὶ εἰς παραβολήν;» (Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Τ᾿ Μποῦφ᾿ τ᾿ πλί, 1904)

Ετυμολογία

αναγόρευμα < αναγορεύω + -μα

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήαναγόρευμααναγορεύματα
Γενικήαναγορεύματοςαναγορευμάτων
Αιτιατικήαναγόρευμααναγορεύματα
Κλητικήαναγόρευμααναγορεύματα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →