αναγύρισμα
•
- γύρισμα προς τα πάνω Βικιλεξικό
- Ποιος θα φανταζόταν όταν γεννιόταν το πρώτο, αθώο καλλυντικό για την περιποίηση των βλεφαρίδων μας, ότι θα ερχόταν μια μέρα που δυο πράσινα μάτια με μπλε βλεφαρίδες θα σκορπούσαν τον πανικό; Ο πόλεμος της μάσκαρας έχει ξεσπάσει εδώ και τρεις δεκαετίες. Ολα επιτρέπονται και όλα ανατρέπονται. Μαύρη μάσκαρα, μοβ, πράσινη, βυσσινί, μπλε, ασημένια. Η καθεμία -υποτίθεται- για ξεχωριστή χρήση: Για περισσότερο όγκο, για ίσιωμα, μάκρος, αναγύρισμα, ενδυνάμωση, για την ψευδαίσθηση της τελειότητας, μαζί και την ενίσχυση της ματαιοδοξίας μας. Το μάτι που «σκοτώνει». (*)
- γύρισμα Βικιλεξικό
- τριγύρισμα Βικιλεξικό
- ρεβέρ Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αναγύρισμα < ανά + γύρισμα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αναγύρισμα | αναγυρίσματα |
| Γενική | αναγυρίσματος | αναγυρισμάτων |
| Αιτιατική | αναγύρισμα | αναγυρίσματα |
| Κλητική | αναγύρισμα | αναγυρίσματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →