αναδέχομαι
•
- λόγιοδέχομαι κάτι και την υποχρέωση που απορρέει από την αποδοχή αυτή, αναλαμβάνω, εγγυώμαι Βικιλεξικό
- λόγιοβαφτίζω, γίνομαι ανάδοχος κάποιου Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αναδέχομαι < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἀναδέχομαι < ἀνά (ανα-) + δέχομαι : σημασία: «βαφτίζω» < μεσαιωνική ελληνική ἀναδέχομαι < αρχαία ελληνική ἀναδέχομαι
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | αναδέχομαι | αναδέχεσαι | αναδέχεται | αναδεχόμαστε | αναδέχεστε | αναδέχονται |
| Παρατατικός | αναδεχόμουν / αναδεχόμουνα | αναδεχόσουν / αναδεχόσουνα | αναδεχόταν / αναδεχότανε | αναδεχόμασταν / αναδεχόμαστε | αναδεχόσασταν / αναδεχόσαστε | αναδέχονταν / αναδεχόντουσαν |
| Αόριστος | αναδέχτηκα | αναδέχτηκες | αναδέχτηκε | αναδεχτήκαμε | αναδεχτήκατε | αναδέχτηκαν / αναδεχτήκαν / αναδεχτήκανε |
| Μέλλοντας | θα αναδέχομαι / θα αναδεχτώ | θα αναδέχεσαι / θα αναδεχτείς | θα αναδέχεται / θα αναδεχτεί | θα αναδεχτούμε / θα αναδεχόμαστε | θα αναδέχεστε / θα αναδεχτείτε | θα αναδέχονται / θα αναδεχτούν / θα αναδεχτούνε |
| Παρακείμενος | έχω αναδεχτεί | έχεις αναδεχτεί | έχει αναδεχτεί | έχουμε αναδεχτεί | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα αναδεχτεί | είχες αναδεχτεί | είχε αναδεχτεί | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω αναδεχτεί / να αναδέχομαι / να αναδεχτώ | να έχεις αναδεχτεί / να αναδέχεσαι / να αναδεχτείς | να έχει αναδεχτεί / να αναδέχεται / να αναδεχτεί | να έχουμε αναδεχτεί / να αναδεχτούμε / να αναδεχόμαστε | να αναδέχεστε / να αναδεχτείτε | να αναδέχονται / να αναδεχτούν / να αναδεχτούνε |
| Προστακτική | — | αναδέξου | — | — | αναδέχεστε / αναδεχτείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →