Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αναδίνω

ρήμα
•
  1. άλλη γραφή του αναδίδω Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αναδίνω < μεσαιωνική ελληνική ἀναδίδω < αρχαία ελληνική ἀναδίδωμι < δίδωμι < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *dédeh₃- < *deh₃-

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςαναδίνωαναδίνειςαναδίνειαναδίνουμεαναδίνετεαναδίνουν / αναδίνουνε
Παρατατικόςανέδιναανέδινεςανέδινεαναδίναμεαναδίνατεανέδιναν / αναδίναν / αναδίνανε
Αόριστοςανέδωσαανέδωσεςανέδωσεαναδώσαμεαναδώσατεανέδωσαν / αναδώσαν / αναδώσανε
Μέλλονταςθα αναδίνω / θα αναδώσωθα αναδίνεις / θα αναδώσειςθα αναδίνει / θα αναδώσειθα αναδίνουμε / θα αναδώσουμεθα αναδίνετε / θα αναδώσετεθα αναδίνουν / θα αναδίνουνε / θα αναδώσουν / θα αναδώσουνε
Παρακείμενοςέχω αναδώσειέχεις αναδώσειέχει αναδώσειέχουμε αναδώσει——
Υπερσυντέλικοςείχα αναδώσειείχες αναδώσειείχε αναδώσει———
Υποτακτικήνα έχω αναδώσει / να αναδίνω / να αναδώσωνα έχεις αναδώσει / να αναδίνεις / να αναδώσειςνα έχει αναδώσει / να αναδίνει / να αναδώσεινα έχουμε αναδώσει / να αναδίνουμε / να αναδώσουμενα αναδίνετε / να αναδώσετενα αναδίνουν / να αναδίνουνε / να αναδώσουν / να αναδώσουνε
Προστακτική—ανάδινε / ανάδωσε——αναδίνετε / αναδώστε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →