αναδασώνω
•
- καλύπτω εκ νέου μια περιοχή με δάσος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αναδασώνω < → λείπει η ετυμολογία
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | αναδασώνω | αναδασώνεις | αναδασώνει | αναδασώνουμε | αναδασώνετε | αναδασώνουν / αναδασώνουνε |
| Παρατατικός | αναδάσωνα | αναδάσωνες | αναδάσωνε | αναδασώναμε | αναδασώνατε | αναδάσωναν / αναδασώναν / αναδασώνανε |
| Αόριστος | αναδάσωσα | αναδάσωσες | αναδάσωσε | αναδασώσαμε | αναδασώσατε | αναδάσωσαν / αναδασώσαν / αναδασώσανε |
| Μέλλοντας | θα αναδασώνω / θα αναδασώσω | θα αναδασώνεις / θα αναδασώσεις | θα αναδασώνει / θα αναδασώσει | θα αναδασώνουμε / θα αναδασώσουμε | θα αναδασώνετε / θα αναδασώσετε | θα αναδασώνουν / θα αναδασώνουνε / θα αναδασώσουν / θα αναδασώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω αναδασώσει | έχεις αναδασώσει | έχει αναδασώσει | έχουμε αναδασώσει | έχετε αναδασώσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα αναδασώσει | είχες αναδασώσει | είχε αναδασώσει | είχαμε αναδασώσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω αναδασώσει / να αναδασώνω / να αναδασώσω | να έχεις αναδασώσει / να αναδασώνεις / να αναδασώσεις | να έχει αναδασώσει / να αναδασώνει / να αναδασώσει | να έχουμε αναδασώσει / να αναδασώνουμε / να αναδασώσουμε | να έχετε αναδασώσει / να αναδασώνετε / να αναδασώσετε | να αναδασώνουν / να αναδασώνουνε / να αναδασώσουν / να αναδασώσουνε |
| Προστακτική | — | αναδάσωνε / αναδάσωσε | — | — | αναδασώνετε / αναδασώστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →