Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αναδεικνύω

/a.na.ðiˈkni.o/ρήμα
•
  1. προβάλλω, τονίζω, δίνω έμφαση, υπογραμμίζω Βικιλεξικό
    • Έβαλε μια φούστα μίνι που αναδεικνύει τα πόδια της.
    • Στο νοσοκομείο οδηγήθηκε ένας 16χρονος στην Ιεράπετρα, έπειτα από έκρηξη κροτίδας στα χέρια του το βράδυ του Μεγάλου Σαββάτου, σε περιστατικό που αναδεικνύει για ακόμη μία φορά τους κινδύνους από τη χρήση βεγγαλικών. (Ιεράπετρα: 16χρονος τραυματίστηκε από κροτίδα - Συνελήφθη η μητέρα του, neakriti.gr, 12/04/2026 https://www.neakriti.gr/kriti/lasithi/2172601_ierapetra-16hronos-traymatistike-apo-krotida-synelifthi-i-mitera-toy)
  2. συμβάλλω στην ανέλιξη, τη διάκριση Βικιλεξικό
    • Ο ρόλος αυτός τον ανέδειξε ως κορυφαίο κωμικό ηθοποιό.
    • Με βάση τα στοιχεία του 2021 αναδεικνύεται ο όμιλος που στο διάστημα αυτό πέτυχε αύξηση των εσόδων του πάνω από 100%.
  3. επιλέγω, εκλέγω, διορίζω, αναγορεύω Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αναδεικνύω < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἀναδεικνύω (παρουσιάζω, ελληνιστική σημασία: ανακηρύσωω) < ἀνα- (ανα-) + δεικνύω / δείκνυμι

Κλίση

Ενεργητική φωνή

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςαναδεικνύωαναδεικνύειςαναδεικνύειαναδεικνύουμεαναδεικνύετεαναδεικνύουν / αναδεικνύουνε
Παρατατικόςαναδείκνυααναδείκνυεςαναδείκνυεαναδεικνύαμεαναδεικνύατεαναδείκνυαν / αναδεικνύαν / αναδεικνύανε
Αόριστοςανέδειξαανέδειξεςανέδειξεαναδείξαμεαναδείξατεανέδειξαν / αναδείξαν / αναδείξανε
Μέλλονταςθα αναδείξω / θα αναδεικνύωθα αναδείξεις / θα αναδεικνύειςθα αναδείξει / θα αναδεικνύειθα αναδείξουμε / θα αναδεικνύουμεθα αναδείξετε / θα αναδεικνύετεθα αναδείξουν / θα αναδείξουνε / θα αναδεικνύουν / θα αναδεικνύουνε
Παρακείμενοςέχω αναδείξειέχεις αναδείξειέχει αναδείξει———
Υπερσυντέλικοςείχα αναδείξειείχες αναδείξειείχε αναδείξει———
Υποτακτικήνα έχω αναδείξει / να αναδείξω / να αναδεικνύωνα έχεις αναδείξει / να αναδείξεις / να αναδεικνύειςνα έχει αναδείξει / να αναδείξει / να αναδεικνύεινα αναδείξουμε / να αναδεικνύουμενα αναδείξετε / να αναδεικνύετενα αναδείξουν / να αναδείξουνε / να αναδεικνύουν / να αναδεικνύουνε
Προστακτική—ανάδειξε / αναδείκνυε——αναδείξτε / αναδεικνύετε—

Μεσοπαθητικοί τύποι

αναδείχθηκααναδεικνύομαι

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →