αναδιαπαιδαγωγώ
•
- παιδαγωγώ εκ νέου Βικιλεξικό
- Το κονκλάβιο που κυβερνάει την ΕΕ και ελέγχει τις περισσότερες ευρωπαϊκές κυβερνήσεις, μετά από πολλά χρόνια προσπαθειών κατάφερε να ελέγξει το σύνολο σχεδόν των mainstream media και το ίδιο να ακούει αυτά που είναι ευχάριστα στα αυτιά του με σκοπό να «αναδιαπαιδαγωγεί» διαρκώς τους πολίτες.
- Η δημοκρατία πρέπει να είναι σε θέση να αναδιαπαιδαγωγεί σε τέτοιες περιπτώσεις. Αυτό είναι ένα δομικό και συγκεκριμένο πρόβλημα που δεν είναι εθνικά περιορισμένο.
- Τέλος, υπάρχουν, λειτουργούν και αναπτύσσονται θεσμοί και λειτουργίες αναμόρφωσης, πολιτιστικοί, αθλητικοί κ.ά. που επανεντάσσουν και αναδιαπαιδαγωγούν τους νέους μας.
Ετυμολογία
αναδιαπαιδαγωγώ < ανα- + διαπαιδαγωγώ• Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | αναδιαπαιδαγωγώ | αναδιαπαιδαγωγείς | αναδιαπαιδαγωγεί | αναδιαπαιδαγωγούμε | αναδιαπαιδαγωγείτε | αναδιαπαιδαγωγούν / αναδιαπαιδαγωγούνε |
| Παρατατικός | αναδιαπαιδαγωγούσα | αναδιαπαιδαγωγούσες | αναδιαπαιδαγωγούσε | αναδιαπαιδαγωγούσαμε | αναδιαπαιδαγωγούσατε | αναδιαπαιδαγωγούσαν / αναδιαπαιδαγωγούσανε |
| Αόριστος | αναδιαπαιδαγώγησα | αναδιαπαιδαγώγησες | αναδιαπαιδαγώγησε | αναδιαπαιδαγωγήσαμε | αναδιαπαιδαγωγήσατε | αναδιαπαιδαγωγήσαν / αναδιαπαιδαγωγήσανε / αναδιαπαιδαγώγησαν |
| Μέλλοντας | θα αναδιαπαιδαγωγήσω / θα αναδιαπαιδαγωγώ | θα αναδιαπαιδαγωγήσεις / θα αναδιαπαιδαγωγείς | θα αναδιαπαιδαγωγήσει / θα αναδιαπαιδαγωγεί | θα αναδιαπαιδαγωγήσουμε / θα αναδιαπαιδαγωγούμε | θα αναδιαπαιδαγωγήσετε / θα αναδιαπαιδαγωγείτε | θα αναδιαπαιδαγωγήσουν / θα αναδιαπαιδαγωγήσουνε / θα αναδιαπαιδαγωγούν / θα αναδιαπαιδαγωγούνε |
| Παρακείμενος | έχω αναδιαπαιδαγωγήσει | έχεις αναδιαπαιδαγωγήσει | έχει αναδιαπαιδαγωγήσει | έχουμε αναδιαπαιδαγωγήσει | έχετε αναδιαπαιδαγωγήσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα αναδιαπαιδαγωγήσει | είχες αναδιαπαιδαγωγήσει | είχε αναδιαπαιδαγωγήσει | είχαμε αναδιαπαιδαγωγήσει | είχατε αναδιαπαιδαγωγήσει | — |
| Υποτακτική | να έχω αναδιαπαιδαγωγήσει / να αναδιαπαιδαγωγήσω / να αναδιαπαιδαγωγώ | να έχεις αναδιαπαιδαγωγήσει / να αναδιαπαιδαγωγήσεις / να αναδιαπαιδαγωγείς | να έχει αναδιαπαιδαγωγήσει / να αναδιαπαιδαγωγήσει / να αναδιαπαιδαγωγεί | να έχουμε αναδιαπαιδαγωγήσει / να αναδιαπαιδαγωγήσουμε / να αναδιαπαιδαγωγούμε | να έχετε αναδιαπαιδαγωγήσει / να αναδιαπαιδαγωγήσετε / να αναδιαπαιδαγωγείτε | να αναδιαπαιδαγωγήσουν / να αναδιαπαιδαγωγήσουνε / να αναδιαπαιδαγωγούν / να αναδιαπαιδαγωγούνε |
| Προστακτική | — | αναδιαπαιδαγώγησε | — | — | αναδιαπαιδαγωγήστε / αναδιαπαιδαγωγείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →