αναδιοργάνωση
•
- η ενέργεια ή το αποτέλεσμα τού αναδιοργανώνω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αναδιοργάνωση < (καθαρεύουσα) αναδιοργάνωσις < αναδιοργανώνω + -σις
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αναδιοργάνωση | αναδιοργανώσεις |
| Γενική | αναδιοργάνωσης | αναδιοργανώσεων |
| Αιτιατική | αναδιοργάνωση | αναδιοργανώσεις |
| Κλητική | αναδιοργάνωση | αναδιοργανώσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →