αναδομώ
•
- ξαναχτίζω, ανοικοδομώ Βικιλεξικό
- αλλάζω τη συγκρότηση, τη δομή Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αναδομώ < αναδόμηση + -ώ (αναδρομικός σχηματισμός) < ανα- + δόμηση < (ελληνιστική κοινή) < δέμω < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *demh₂- (χτίζω)
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | αναδομώ | αναδομείς | αναδομεί | αναδομούμε | αναδομείτε | αναδομούν / αναδομούνε |
| Παρατατικός | αναδομούσα | αναδομούσες | αναδομούσε | αναδομούσαμε | αναδομούσατε | αναδομούσαν / αναδομούσανε |
| Αόριστος | αναδόμησα | αναδόμησες | αναδόμησε | αναδομήσαμε | αναδομήσατε | αναδομήσαν / αναδομήσανε / αναδόμησαν |
| Μέλλοντας | θα αναδομήσω / θα αναδομώ | θα αναδομήσεις / θα αναδομείς | θα αναδομήσει / θα αναδομεί | θα αναδομήσουμε / θα αναδομούμε | θα αναδομήσετε / θα αναδομείτε | θα αναδομήσουν / θα αναδομήσουνε / θα αναδομούν / θα αναδομούνε |
| Παρακείμενος | έχω αναδομήσει | έχεις αναδομήσει | έχει αναδομήσει | έχουμε αναδομήσει | έχετε αναδομήσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα αναδομήσει | είχες αναδομήσει | είχε αναδομήσει | είχαμε αναδομήσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω αναδομήσει / να αναδομήσω / να αναδομώ | να έχεις αναδομήσει / να αναδομήσεις / να αναδομείς | να έχει αναδομήσει / να αναδομήσει / να αναδομεί | να έχουμε αναδομήσει / να αναδομήσουμε / να αναδομούμε | να έχετε αναδομήσει / να αναδομήσετε / να αναδομείτε | να αναδομήσουν / να αναδομήσουνε / να αναδομούν / να αναδομούνε |
| Προστακτική | — | αναδόμει / αναδόμησε | — | — | αναδομήστε / αναδομείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →