αναδρομικά
•
- με αναδρομική ισχύ Βικιλεξικό
- πληροφορικήη εκτέλεση συνάρτησης όπου αυτή καλεί τον εαυτό της σε πεπερασμένα βήματα για την επίλυση ενός προβλήματος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αναδρομικά < αναδρομικός
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →