Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αναζωογόνηση

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η ενέργεια και το αποτέλεσμα του αναζωογονώ, η εμψύχωση, η τόνωση, η ενδυνάμωση, συναισθηματική, υλική, σωματική, οικονομική Βικιλεξικό
    • η άσκηση μετά τα 60 βοηθά στην αναζωογόνηση του οργανισμού
    • πρέπει να γίνει κάτι για την αναζωογόνηση της οικονομία του τόπου μας
    • οι διακοπές βοηθούν στην αναζωογόνηση της σχέσης των ζευγαριών

Ετυμολογία

αναζωογόνηση < (μεταφραστικό δάνειο) γαλλική réanimation, καθαρεύουσα ἀναζωογόνη(σις) + -ση < ελληνιστική κοινή ἀναζωογονῶ

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήαναζωογόνησηαναζωογονήσεις
Γενικήαναζωογόνησηςαναζωογονήσεων
Αιτιατικήαναζωογόνησηαναζωογονήσεις
Κλητικήαναζωογόνησηαναζωογονήσεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →