αναθάλλω
•
- για φυτό που ξαναγίνεται πράσινο, ξαναζωντανεύει, ξανανθίζει Βικιλεξικό
- για άνθρωπο, μεταφορικά, ξανανθίζει, ξανανιώνει, γίνεται ξανά καρπερός, γόνιμος, ξαναβλασταίνει, γίνεται πάλι θαλερός, αποκτά νέα ακμή, σφρίγος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αναθάλλω < (ελληνιστική κοινή) ἀναθάλλω
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →