Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αναθάρρηση

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. το να ξαναβρίσκει κάποιος το θάρρος του, η ανάκτηση του κουράγιου και της τόλμης Βικιλεξικό
    • Ας μη λησμονεί ότι ανεπάρκειες και σφάλματα της κυβερνήσεως, τα οποία κλόνισαν τις σχέσεις της με ευρύτατα κοινωνικά στρώματα, αποτέλεσαν άλλωστε τον παράγοντα αναθαρρήσεως της μέχρι τότε σχεδόν ανυπάρκτου και οπωσδήποτε ακινδύνου εσωκομματικής αντιπολιτεύσεως. (κύριο άρθρο, εφημ. Καθημερινή, 16/10/2001, https://www.kathimerini.gr/opinion/686279/kyrio-arthro-80/)

Ετυμολογία

αναθάρρηση < (ελληνιστική κοινή) ἀναθαρρέω

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήαναθάρρησηαναθαρρήσεις
Γενικήαναθάρρησηςαναθαρρήσεων
Αιτιατικήαναθάρρησηαναθαρρήσεις
Κλητικήαναθάρρησηαναθαρρήσεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →