αναθέτω
•
- ορίζω κάποιον ως υπεύθυνο ενός έργου, του δίνω μια αρμοδιότητα, ευθύνη, υποχρέωση Βικιλεξικό
- προγραμματισμόςδίνω τιμή σε μεταβλητή Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αναθέτω < αρχαία ελληνική ἀνατίθημι ανά+θέτω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | αναθέτω | αναθέτεις | αναθέτει | αναθέτουμε | αναθέτετε | αναθέτουν / αναθέτουνε |
| Παρατατικός | ανέθετα | ανέθετες | ανέθετε | αναθέταμε | αναθέτατε | ανέθεταν / αναθέταν / αναθέτανε |
| Αόριστος | ανέθεσα | ανέθεσες | ανέθεσε | αναθέσαμε | αναθέσατε | ανέθεσαν / αναθέσαν / αναθέσανε |
| Μέλλοντας | θα αναθέσω / θα αναθέτω | θα αναθέσεις / θα αναθέτεις | θα αναθέσει / θα αναθέτει | θα αναθέσουμε / θα αναθέτουμε | θα αναθέσετε / θα αναθέτετε | θα αναθέσουν / θα αναθέσουνε / θα αναθέτουν / θα αναθέτουνε |
| Παρακείμενος | έχω αναθέσει | έχεις αναθέσει | έχει αναθέσει | έχουμε αναθέσει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα αναθέσει | είχες αναθέσει | είχε αναθέσει | είχαμε αναθέσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω αναθέσει / να αναθέσω / να αναθέτω | να έχεις αναθέσει / να αναθέσεις / να αναθέτεις | να έχει αναθέσει / να αναθέσει / να αναθέτει | να έχουμε αναθέσει / να αναθέσουμε / να αναθέτουμε | να αναθέσετε / να αναθέτετε | να αναθέσουν / να αναθέσουνε / να αναθέτουν / να αναθέτουνε |
| Προστακτική | — | έχε ανατεθειμένο / ανέθεσε / ανέθετε | — | — | αναθέστε / αναθέτετε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →