αναθεματίζω
•
- καταριέμαι Βικιλεξικό
- αφορίζω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αναθεματίζω < μεσαιωνική ελληνική ἀναθεματίζω < μεταγενέστερη ελληνική ἀνάθεμα < ἀνάθημα (αφιέρωμα, τάμα) < ἀνατίθημι
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | αναθεματίζω | αναθεματίζεις | αναθεματίζει | αναθεματίζουμε | αναθεματίζετε | αναθεματίζουν / αναθεματίζουνε |
| Παρατατικός | αναθεμάτιζα | αναθεμάτιζες | αναθεμάτιζε | αναθεματίζαμε | αναθεματίζατε | αναθεμάτιζαν / αναθεματίζαν / αναθεματίζανε |
| Αόριστος | αναθεμάτισα | αναθεμάτισες | αναθεμάτισε | αναθεματίσαμε | αναθεματίσατε | αναθεμάτισαν / αναθεματίσαν / αναθεματίσανε |
| Μέλλοντας | θα αναθεματίζω / θα αναθεματίσω | θα αναθεματίζεις / θα αναθεματίσεις | θα αναθεματίζει / θα αναθεματίσει | θα αναθεματίζουμε / θα αναθεματίσουμε | θα αναθεματίζετε / θα αναθεματίσετε | θα αναθεματίζουν / θα αναθεματίζουνε / θα αναθεματίσουν / θα αναθεματίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω αναθεματίσει | έχεις αναθεματίσει | έχει αναθεματίσει | έχουμε αναθεματίσει | έχετε αναθεματίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα αναθεματίσει | είχες αναθεματίσει | είχε αναθεματίσει | είχαμε αναθεματίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω αναθεματίσει / να αναθεματίζω / να αναθεματίσω | να έχεις αναθεματίσει / να αναθεματίζεις / να αναθεματίσεις | να έχει αναθεματίσει / να αναθεματίζει / να αναθεματίσει | να έχουμε αναθεματίσει / να αναθεματίζουμε / να αναθεματίσουμε | να έχετε αναθεματίσει / να αναθεματίζετε / να αναθεματίσετε | να αναθεματίζουν / να αναθεματίζουνε / να αναθεματίσουν / να αναθεματίσουνε |
| Προστακτική | — | αναθεμάτιζε / αναθεμάτισε | — | — | αναθεματίζετε / αναθεματίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →