Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αναθεματίζω

ρήμα
•
  1. καταριέμαι Βικιλεξικό
  2. αφορίζω Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αναθεματίζω < μεσαιωνική ελληνική ἀναθεματίζω < μεταγενέστερη ελληνική ἀνάθεμα < ἀνάθημα (αφιέρωμα, τάμα) < ἀνατίθημι

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςαναθεματίζωαναθεματίζειςαναθεματίζειαναθεματίζουμεαναθεματίζετεαναθεματίζουν / αναθεματίζουνε
Παρατατικόςαναθεμάτιζααναθεμάτιζεςαναθεμάτιζεαναθεματίζαμεαναθεματίζατεαναθεμάτιζαν / αναθεματίζαν / αναθεματίζανε
Αόριστοςαναθεμάτισααναθεμάτισεςαναθεμάτισεαναθεματίσαμεαναθεματίσατεαναθεμάτισαν / αναθεματίσαν / αναθεματίσανε
Μέλλονταςθα αναθεματίζω / θα αναθεματίσωθα αναθεματίζεις / θα αναθεματίσειςθα αναθεματίζει / θα αναθεματίσειθα αναθεματίζουμε / θα αναθεματίσουμεθα αναθεματίζετε / θα αναθεματίσετεθα αναθεματίζουν / θα αναθεματίζουνε / θα αναθεματίσουν / θα αναθεματίσουνε
Παρακείμενοςέχω αναθεματίσειέχεις αναθεματίσειέχει αναθεματίσειέχουμε αναθεματίσειέχετε αναθεματίσει—
Υπερσυντέλικοςείχα αναθεματίσειείχες αναθεματίσειείχε αναθεματίσειείχαμε αναθεματίσει——
Υποτακτικήνα έχω αναθεματίσει / να αναθεματίζω / να αναθεματίσωνα έχεις αναθεματίσει / να αναθεματίζεις / να αναθεματίσειςνα έχει αναθεματίσει / να αναθεματίζει / να αναθεματίσεινα έχουμε αναθεματίσει / να αναθεματίζουμε / να αναθεματίσουμενα έχετε αναθεματίσει / να αναθεματίζετε / να αναθεματίσετενα αναθεματίζουν / να αναθεματίζουνε / να αναθεματίσουν / να αναθεματίσουνε
Προστακτική—αναθεμάτιζε / αναθεμάτισε——αναθεματίζετε / αναθεματίστε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →