αναθερμαίνω
•
- μεταφορικάθερμαίνω εκ νέου, ιδίως για σχέσεις μεταξύ ανθρώπων, κρατών κλπ που είχαν περάσει μια περίοδο ψυχρότητας Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αναθερμαίνω < → λείπει η ετυμολογία
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | αναθερμαίνω | αναθερμαίνεις | αναθερμαίνει | αναθερμαίνουμε | αναθερμαίνετε | αναθερμαίνουν / αναθερμαίνουνε |
| Παρατατικός | αναθέρμαινα | αναθέρμαινες | αναθέρμαινε | αναθερμαίναμε | αναθερμαίνατε | αναθέρμαιναν / αναθερμαίναν / αναθερμαίνανε |
| Αόριστος | αναθέρμανα | αναθέρμανες | αναθέρμανε | αναθερμάναμε | αναθερμάνατε | αναθέρμαναν / αναθερμάναν / αναθερμάνανε |
| Μέλλοντας | θα αναθερμάνω / θα αναθερμαίνω | θα αναθερμάνεις / θα αναθερμαίνεις | θα αναθερμάνει / θα αναθερμαίνει | θα αναθερμάνουμε / θα αναθερμαίνουμε | θα αναθερμάνετε / θα αναθερμαίνετε | θα αναθερμάνουν / θα αναθερμάνουνε / θα αναθερμαίνουν / θα αναθερμαίνουνε |
| Παρακείμενος | έχω αναθερμάνει | έχεις αναθερμάνει | έχει αναθερμάνει | έχουμε αναθερμάνει | έχετε αναθερμάνει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα αναθερμάνει | είχες αναθερμάνει | είχε αναθερμάνει | είχαμε αναθερμάνει | είχατε αναθερμάνει | — |
| Υποτακτική | να έχω αναθερμάνει / να αναθερμάνω / να αναθερμαίνω | να έχεις αναθερμάνει / να αναθερμάνεις / να αναθερμαίνεις | να έχει αναθερμάνει / να αναθερμάνει / να αναθερμαίνει | να έχουμε αναθερμάνει / να αναθερμάνουμε / να αναθερμαίνουμε | να έχετε αναθερμάνει / να αναθερμάνετε / να αναθερμαίνετε | να αναθερμάνουν / να αναθερμάνουνε / να αναθερμαίνουν / να αναθερμαίνουνε |
| Προστακτική | — | αναθέρμαινε / αναθέρμανε | — | — | αναθερμάνετε / αναθερμαίνετε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →