Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αναθερμαίνω

ρήμα
•
  1. μεταφορικάθερμαίνω εκ νέου, ιδίως για σχέσεις μεταξύ ανθρώπων, κρατών κλπ που είχαν περάσει μια περίοδο ψυχρότητας Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αναθερμαίνω < → λείπει η ετυμολογία

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςαναθερμαίνωαναθερμαίνειςαναθερμαίνειαναθερμαίνουμεαναθερμαίνετεαναθερμαίνουν / αναθερμαίνουνε
Παρατατικόςαναθέρμαινααναθέρμαινεςαναθέρμαινεαναθερμαίναμεαναθερμαίνατεαναθέρμαιναν / αναθερμαίναν / αναθερμαίνανε
Αόριστοςαναθέρμανααναθέρμανεςαναθέρμανεαναθερμάναμεαναθερμάνατεαναθέρμαναν / αναθερμάναν / αναθερμάνανε
Μέλλονταςθα αναθερμάνω / θα αναθερμαίνωθα αναθερμάνεις / θα αναθερμαίνειςθα αναθερμάνει / θα αναθερμαίνειθα αναθερμάνουμε / θα αναθερμαίνουμεθα αναθερμάνετε / θα αναθερμαίνετεθα αναθερμάνουν / θα αναθερμάνουνε / θα αναθερμαίνουν / θα αναθερμαίνουνε
Παρακείμενοςέχω αναθερμάνειέχεις αναθερμάνειέχει αναθερμάνειέχουμε αναθερμάνειέχετε αναθερμάνει—
Υπερσυντέλικοςείχα αναθερμάνειείχες αναθερμάνειείχε αναθερμάνειείχαμε αναθερμάνειείχατε αναθερμάνει—
Υποτακτικήνα έχω αναθερμάνει / να αναθερμάνω / να αναθερμαίνωνα έχεις αναθερμάνει / να αναθερμάνεις / να αναθερμαίνειςνα έχει αναθερμάνει / να αναθερμάνει / να αναθερμαίνεινα έχουμε αναθερμάνει / να αναθερμάνουμε / να αναθερμαίνουμενα έχετε αναθερμάνει / να αναθερμάνετε / να αναθερμαίνετενα αναθερμάνουν / να αναθερμάνουνε / να αναθερμαίνουν / να αναθερμαίνουνε
Προστακτική—αναθέρμαινε / αναθέρμανε——αναθερμάνετε / αναθερμαίνετε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →