Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αναθεωρητικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. εκείνος που αναθεωρεί, επανεξετάζει απόψεις Βικιλεξικό
  2. εκείνος που έχει επισήμως την αρμοδιότητα να αναθεωρεί αποφάσεις, διατάξεις Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αναθεωρητικός < ἀναθεωρητικός στην καθαρεύουσα < μεταγενέστερη (ελληνιστική κοινή) ἀναθεωρῶ

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαναθεωρητικόςαναθεωρητικήαναθεωρητικό
Γενικήαναθεωρητικούαναθεωρητικήςαναθεωρητικού
Αιτιατικήαναθεωρητικόαναθεωρητικήαναθεωρητικό
Κλητικήαναθεωρητικέαναθεωρητικήαναθεωρητικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαναθεωρητικοίαναθεωρητικέςαναθεωρητικά
Γενικήαναθεωρητικώναναθεωρητικώναναθεωρητικών
Αιτιατικήαναθεωρητικούςαναθεωρητικέςαναθεωρητικά
Κλητικήαναθεωρητικοίαναθεωρητικέςαναθεωρητικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →