Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αναθεωρώ

ρήμα
•
  1. εξετάζω ένα θέμα και αλλάζω άποψη επ' αυτού, τροποποιώ αποφάσεις, γνώμες, διατάξεις Βικιλεξικό
  2. επανεξετάζω ένα θέμα χωρίς απαραιτήτως να αλλάξω άποψη επ' αυτού (σπάνια χρήση με αυτή την έννοια) Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αναθεωρώ < μεταγενέστερη (ελληνιστική κοινή) ἀναθεωρῶ < αρχαία ελληνική ἀνά + θεωρέω-θεωρῶ

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςαναθεωρώαναθεωρείςαναθεωρείαναθεωρούμεαναθεωρείτεαναθεωρούν / αναθεωρούνε
Παρατατικόςαναθεωρούσααναθεωρούσεςαναθεωρούσεαναθεωρούσαμεαναθεωρούσατεαναθεωρούσαν / αναθεωρούσανε
Αόριστοςαναθεώρησααναθεώρησεςαναθεώρησεαναθεωρήσαμεαναθεωρήσατεαναθεωρήσαν / αναθεωρήσανε / αναθεώρησαν
Μέλλονταςθα αναθεωρήσω / θα αναθεωρώθα αναθεωρήσεις / θα αναθεωρείςθα αναθεωρήσει / θα αναθεωρείθα αναθεωρήσουμε / θα αναθεωρούμεθα αναθεωρήσετε / θα αναθεωρείτεθα αναθεωρήσουν / θα αναθεωρήσουνε / θα αναθεωρούν / θα αναθεωρούνε
Παρακείμενοςέχω αναθεωρήσειέχεις αναθεωρήσειέχει αναθεωρήσειέχουμε αναθεωρήσειέχετε αναθεωρήσει—
Υπερσυντέλικοςείχα αναθεωρήσειείχες αναθεωρήσειείχε αναθεωρήσειείχαμε αναθεωρήσει——
Υποτακτικήνα έχω αναθεωρήσει / να αναθεωρήσω / να αναθεωρώνα έχεις αναθεωρήσει / να αναθεωρήσεις / να αναθεωρείςνα έχει αναθεωρήσει / να αναθεωρήσει / να αναθεωρείνα έχουμε αναθεωρήσει / να αναθεωρήσουμε / να αναθεωρούμενα έχετε αναθεωρήσει / να αναθεωρήσετε / να αναθεωρείτενα αναθεωρήσουν / να αναθεωρήσουνε / να αναθεωρούν / να αναθεωρούνε
Προστακτική—αναθεώρει / αναθεώρησε——αναθεωρήστε / αναθεωρείτε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →