αναθεωρώ
•
- εξετάζω ένα θέμα και αλλάζω άποψη επ' αυτού, τροποποιώ αποφάσεις, γνώμες, διατάξεις Βικιλεξικό
- επανεξετάζω ένα θέμα χωρίς απαραιτήτως να αλλάξω άποψη επ' αυτού (σπάνια χρήση με αυτή την έννοια) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αναθεωρώ < μεταγενέστερη (ελληνιστική κοινή) ἀναθεωρῶ < αρχαία ελληνική ἀνά + θεωρέω-θεωρῶ
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | αναθεωρώ | αναθεωρείς | αναθεωρεί | αναθεωρούμε | αναθεωρείτε | αναθεωρούν / αναθεωρούνε |
| Παρατατικός | αναθεωρούσα | αναθεωρούσες | αναθεωρούσε | αναθεωρούσαμε | αναθεωρούσατε | αναθεωρούσαν / αναθεωρούσανε |
| Αόριστος | αναθεώρησα | αναθεώρησες | αναθεώρησε | αναθεωρήσαμε | αναθεωρήσατε | αναθεωρήσαν / αναθεωρήσανε / αναθεώρησαν |
| Μέλλοντας | θα αναθεωρήσω / θα αναθεωρώ | θα αναθεωρήσεις / θα αναθεωρείς | θα αναθεωρήσει / θα αναθεωρεί | θα αναθεωρήσουμε / θα αναθεωρούμε | θα αναθεωρήσετε / θα αναθεωρείτε | θα αναθεωρήσουν / θα αναθεωρήσουνε / θα αναθεωρούν / θα αναθεωρούνε |
| Παρακείμενος | έχω αναθεωρήσει | έχεις αναθεωρήσει | έχει αναθεωρήσει | έχουμε αναθεωρήσει | έχετε αναθεωρήσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα αναθεωρήσει | είχες αναθεωρήσει | είχε αναθεωρήσει | είχαμε αναθεωρήσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω αναθεωρήσει / να αναθεωρήσω / να αναθεωρώ | να έχεις αναθεωρήσει / να αναθεωρήσεις / να αναθεωρείς | να έχει αναθεωρήσει / να αναθεωρήσει / να αναθεωρεί | να έχουμε αναθεωρήσει / να αναθεωρήσουμε / να αναθεωρούμε | να έχετε αναθεωρήσει / να αναθεωρήσετε / να αναθεωρείτε | να αναθεωρήσουν / να αναθεωρήσουνε / να αναθεωρούν / να αναθεωρούνε |
| Προστακτική | — | αναθεώρει / αναθεώρησε | — | — | αναθεωρήστε / αναθεωρείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →