Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αναθυμίαση

/a.na.θiˈmi.a.si/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. τα συνήθως αλλά όχι πάντα δύσοσμα, δυσάρεστα -για την πνιγηρότητα που ίσως προκαλούν- ή και τοξικά αέρια τα οποία προέρχονται από διάφορες πηγές -είτε από καύση ουσιών, είτε από σήψη είτε από χημικές αντιδράσεις που αναδίδουν ατμούς. Βικιλεξικό
    • 20ός/21ος αιώνας ⌘ Ιωάννα Καρυστιάνη, 1952‑ Μικρά Αγγλία, (1997), [μυθιστόρημα]

Ετυμολογία

αναθυμίαση < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἀναθυμίασις

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήαναθυμίασηαναθυμιάσεις
Γενικήαναθυμίασηςαναθυμιάσεων
Αιτιατικήαναθυμίασηαναθυμιάσεις
Κλητικήαναθυμίασηαναθυμιάσεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →