αναθυμούμαι
•
- θυμάμαι, ξαναθυμάμαι Βικιλεξικό
- ανακαλώ στη μνήμη αναμνήσεις από τα παλιά με νοσταλγία ή πάντως με θετική συνήθως διάθεση, αναπολώ Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αναθυμούμαι < ανά + θυμούμαι
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | αναθυμούμαι | αναθυμείσαι | αναθυμείται | αναθυμούμαστε | αναθυμείστε | αναθυμούνται |
| Παρατατικός | αναθυμούμουν | αναθυμούσουν | αναθυμούνταν | αναθυμούμασταν / αναθυμούμαστε | αναθυμούσασταν / αναθυμούσαστε | αναθυμούνταν |
| Αόριστος | αναθυμήθηκα | αναθυμήθηκες | αναθυμήθηκε | αναθυμηθήκαμε | αναθυμηθήκατε | αναθυμήθηκαν / αναθυμηθήκαν / αναθυμηθήκανε |
| Μέλλοντας | θα αναθυμηθώ / θα αναθυμούμαι | θα αναθυμείσαι / θα αναθυμηθείς | θα αναθυμείται / θα αναθυμηθεί | θα αναθυμηθούμε / θα αναθυμούμαστε | θα αναθυμείστε / θα αναθυμηθείτε | θα αναθυμηθούν / θα αναθυμηθούνε / θα αναθυμούνται |
| Παρακείμενος | έχω αναθυμηθεί | έχεις αναθυμηθεί | έχει αναθυμηθεί | έχουμε αναθυμηθεί | έχετε αναθυμηθεί | έχουν αναθυμηθεί |
| Υπερσυντέλικος | είχα αναθυμηθεί | είχες αναθυμηθεί | είχε αναθυμηθεί | είχαμε αναθυμηθεί | είχατε αναθυμηθεί | είχαν αναθυμηθεί |
| Υποτακτική | να έχω αναθυμηθεί / να αναθυμηθώ / να αναθυμούμαι | να έχεις αναθυμηθεί / να αναθυμείσαι / να αναθυμηθείς | να έχει αναθυμηθεί / να αναθυμείται / να αναθυμηθεί | να έχουμε αναθυμηθεί / να αναθυμηθούμε / να αναθυμούμαστε | να έχετε αναθυμηθεί / να αναθυμείστε / να αναθυμηθείτε | να έχουν αναθυμηθεί / να αναθυμηθούν / να αναθυμηθούνε / να αναθυμούνται |
| Προστακτική | — | αναθυμήσου | — | — | αναθυμείστε / αναθυμηθείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →