Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αναιμικός

/a.ne.miˈkos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που σχετίζεται με την αναιμία Βικιλεξικό
  2. που πάσχει από αναιμία Βικιλεξικό
  3. μεταφορικάο αδύναμος Βικιλεξικό
  4. μεταφορικάο αδύνατος Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αναιμικός < λόγιο ενδογενές δάνειο: γαλλική anémique < anémie < αρχαία ελληνική ἀναιμία. Μορφολογικά αναλύεται σε αν- στερητικό + αίμ(α) + -ικός.

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαναιμικόςαναιμικήαναιμικό
Γενικήαναιμικούαναιμικήςαναιμικού
Αιτιατικήαναιμικόαναιμικήαναιμικό
Κλητικήαναιμικέαναιμικήαναιμικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαναιμικοίαναιμικέςαναιμικά
Γενικήαναιμικώναναιμικώναναιμικών
Αιτιατικήαναιμικούςαναιμικέςαναιμικά
Κλητικήαναιμικοίαναιμικέςαναιμικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →