αναιρέτης
•
- που εμποδίζει, καταστρέφει (σπάνια χρήση) Βικιλεξικό
- Χαίρε των απιστούντων, ο ταχύ αναιρέτης (κοντάκιο από τους Χαιρετισμούς στον Πανάγιο Τάφο)
- αστρολογικός όρος για τον πλανήτη που οι αστρολόγοι πιστεύουν ότι μπορεί να επηρεάσει το θάνατο ενός ατόμου και ο οποίος θεωρείται αντίθετος του θετικού αφέτη (στα λατινικά anareta και anaereta από την αρχαιοελληνική λέξη ἀναιρέτης) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αναιρέτης < αρχαία ελληνική ἀναιρέτης (φονέας, καταστροφέας)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αναιρέτης | αναιρέτες |
| Γενική | αναιρέτη | αναιρετών |
| Αιτιατική | αναιρέτη | αναιρέτες |
| Κλητική | αναιρέτη | αναιρέτες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →