Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αναιρετικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που αναιρεί, που μπορεί να αναιρέσει, είναι κατάλληλος να αναιρέσει, ο σχετικός με την αναίρεση, ο πιθανόν ακυρωτικός Βικιλεξικό
    • O αναιρετικός έλεγχος από τον Άρειο Πάγο επί χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης...

Ετυμολογία

αναιρετικός < αναιρώ

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαναιρετικόςαναιρετικήαναιρετικό
Γενικήαναιρετικούαναιρετικήςαναιρετικού
Αιτιατικήαναιρετικόαναιρετικήαναιρετικό
Κλητικήαναιρετικέαναιρετικήαναιρετικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαναιρετικοίαναιρετικέςαναιρετικά
Γενικήαναιρετικώναναιρετικώναναιρετικών
Αιτιατικήαναιρετικούςαναιρετικέςαναιρετικά
Κλητικήαναιρετικοίαναιρετικέςαναιρετικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →