αναιρετικός
•
- που αναιρεί, που μπορεί να αναιρέσει, είναι κατάλληλος να αναιρέσει, ο σχετικός με την αναίρεση, ο πιθανόν ακυρωτικός Βικιλεξικό
- O αναιρετικός έλεγχος από τον Άρειο Πάγο επί χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης...
Ετυμολογία
αναιρετικός < αναιρώ
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αναιρετικός | αναιρετική | αναιρετικό |
| Γενική | αναιρετικού | αναιρετικής | αναιρετικού |
| Αιτιατική | αναιρετικό | αναιρετική | αναιρετικό |
| Κλητική | αναιρετικέ | αναιρετική | αναιρετικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αναιρετικοί | αναιρετικές | αναιρετικά |
| Γενική | αναιρετικών | αναιρετικών | αναιρετικών |
| Αιτιατική | αναιρετικούς | αναιρετικές | αναιρετικά |
| Κλητική | αναιρετικοί | αναιρετικές | αναιρετικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →