Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αναισθησία

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η κατάσταση του αναίσθητου, η έλλειψη συνειδητότητας, κατάσταση που μοιάζει με τον ύπνο και προκαλείται από τη χορήγηση ειδικών ουσιών, όπως π.χ. πριν από χειρουργική επέμβαση Βικιλεξικό
  2. συνεκδοχικάη ουσία που προκαλεί την προαναφερθείσα κατάσταση Βικιλεξικό
    • η επέμβαση αναβλήθηκε επειδή ο ασθενής προς το παρόν δεν μπορεί να δεχτεί αναισθησία
  3. η ιδιότητα του αναίσθητου, η έλλειψη συναισθημάτων, η αδιαφορία για τον πόνο του άλλου, για τις επιπλήξεις που κάποιος δέχεται κλπ Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αναισθησία < αρχαία ελληνική ἀναισθησία

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήαναισθησίααναισθησίες
Γενικήαναισθησίαςαναισθησιών
Αιτιατικήαναισθησίααναισθησίες
Κλητικήαναισθησίααναισθησίες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →