ανακάλυψη
•
- το να βρίσκει κανείς κάτι που υπήρχε, αλλά δεν ήταν γνωστό ή δεν ήξερε πού βρίσκεται Βικιλεξικό
- μεταφορικάη επινόηση Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ανακάλυψη < από το ανακαλύπτω
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ανακάλυψη | ανακαλύψεις |
| Γενική | ανακάλυψης | ανακαλύψεων |
| Αιτιατική | ανακάλυψη | ανακαλύψεις |
| Κλητική | ανακάλυψη | ανακαλύψεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →