Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ανακαθίζω

ρήμα
•
  1. ανασηκώνω τον κορμό μου ενώ έχω απλωμένα, εκτεταμένα τα πόδια μου (π.χ. στο κρεβάτι), με τον κορμό ορθό στηριζόμενο σε μαξιλάρια ή στηριζόμενος στα χέρια μου Βικιλεξικό
  2. είμαι ξαπλωμένος και χαλαρός αλλά κάτι με ξαφνιάζει και ανασηκώνομαι ελαφρά, σηκώνω τον κορμό μου Βικιλεξικό
  3. κάθομαι αλλά επειδή κάτι με ξενίζει ή με αναστατώνει ανασηκώνομαι στιγμιαία από την καρέκλα μου και ξανακάθομαι Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ανακαθίζω < αρχαία ελληνική ἀνακαθίζω

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςανακαθίζωανακαθίζειςανακαθίζειανακαθίζουμεανακαθίζετεανακαθίζουν / ανακαθίζουνε
Παρατατικόςανακάθιζαανακάθιζεςανακάθιζεανακαθίζαμεανακαθίζατεανακάθιζαν / ανακαθίζαν / ανακαθίζανε
Αόριστοςανακάθισαανακάθισεςανακάθισεανακαθίσαμεανακαθίσατεανακάθισαν / ανακαθίσαν / ανακαθίσανε
Μέλλονταςθα ανακαθίζω / θα ανακαθίσωθα ανακαθίζεις / θα ανακαθίσειςθα ανακαθίζει / θα ανακαθίσειθα ανακαθίζουμε / θα ανακαθίσουμεθα ανακαθίζετε / θα ανακαθίσετεθα ανακαθίζουν / θα ανακαθίζουνε / θα ανακαθίσουν / θα ανακαθίσουνε
Παρακείμενοςέχω ανακαθίσειέχεις ανακαθίσειέχει ανακαθίσειέχουμε ανακαθίσειέχετε ανακαθίσει—
Υπερσυντέλικοςείχα ανακαθίσειείχες ανακαθίσειείχε ανακαθίσειείχαμε ανακαθίσει——
Υποτακτικήνα έχω ανακαθίσει / να ανακαθίζω / να ανακαθίσωνα έχεις ανακαθίσει / να ανακαθίζεις / να ανακαθίσειςνα έχει ανακαθίσει / να ανακαθίζει / να ανακαθίσεινα έχουμε ανακαθίσει / να ανακαθίζουμε / να ανακαθίσουμενα έχετε ανακαθίσει / να ανακαθίζετε / να ανακαθίσετενα ανακαθίζουν / να ανακαθίζουνε / να ανακαθίσουν / να ανακαθίσουνε
Προστακτική—ανακάθιζε / ανακάθισε——ανακαθίζετε / ανακαθίστε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →