ανακαθίζω
•
- ανασηκώνω τον κορμό μου ενώ έχω απλωμένα, εκτεταμένα τα πόδια μου (π.χ. στο κρεβάτι), με τον κορμό ορθό στηριζόμενο σε μαξιλάρια ή στηριζόμενος στα χέρια μου Βικιλεξικό
- είμαι ξαπλωμένος και χαλαρός αλλά κάτι με ξαφνιάζει και ανασηκώνομαι ελαφρά, σηκώνω τον κορμό μου Βικιλεξικό
- κάθομαι αλλά επειδή κάτι με ξενίζει ή με αναστατώνει ανασηκώνομαι στιγμιαία από την καρέκλα μου και ξανακάθομαι Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ανακαθίζω < αρχαία ελληνική ἀνακαθίζω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ανακαθίζω | ανακαθίζεις | ανακαθίζει | ανακαθίζουμε | ανακαθίζετε | ανακαθίζουν / ανακαθίζουνε |
| Παρατατικός | ανακάθιζα | ανακάθιζες | ανακάθιζε | ανακαθίζαμε | ανακαθίζατε | ανακάθιζαν / ανακαθίζαν / ανακαθίζανε |
| Αόριστος | ανακάθισα | ανακάθισες | ανακάθισε | ανακαθίσαμε | ανακαθίσατε | ανακάθισαν / ανακαθίσαν / ανακαθίσανε |
| Μέλλοντας | θα ανακαθίζω / θα ανακαθίσω | θα ανακαθίζεις / θα ανακαθίσεις | θα ανακαθίζει / θα ανακαθίσει | θα ανακαθίζουμε / θα ανακαθίσουμε | θα ανακαθίζετε / θα ανακαθίσετε | θα ανακαθίζουν / θα ανακαθίζουνε / θα ανακαθίσουν / θα ανακαθίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω ανακαθίσει | έχεις ανακαθίσει | έχει ανακαθίσει | έχουμε ανακαθίσει | έχετε ανακαθίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ανακαθίσει | είχες ανακαθίσει | είχε ανακαθίσει | είχαμε ανακαθίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ανακαθίσει / να ανακαθίζω / να ανακαθίσω | να έχεις ανακαθίσει / να ανακαθίζεις / να ανακαθίσεις | να έχει ανακαθίσει / να ανακαθίζει / να ανακαθίσει | να έχουμε ανακαθίσει / να ανακαθίζουμε / να ανακαθίσουμε | να έχετε ανακαθίσει / να ανακαθίζετε / να ανακαθίσετε | να ανακαθίζουν / να ανακαθίζουνε / να ανακαθίσουν / να ανακαθίσουνε |
| Προστακτική | — | ανακάθιζε / ανακάθισε | — | — | ανακαθίζετε / ανακαθίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →