Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ανακαινίζω

/a.na.ceˈni.zo/ρήμα
•
  1. κάνω ορισμένες επιδιορθώσεις, βελτιώσεις ή τροποποιήσεις σε κάτι παλιό, ώστε να γίνει σαν καινούργιο ή να λειτουργεί καλύτερα Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ανακαινίζω < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἀνακαινίζω < αρχαία ελληνική ἀνακαινίζομαι < αρχαία ελληνική ἀνά καινίζω < καινός

Κλίση

Ενεργητική φωνή

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςανακαινίζωανακαινίζειςανακαινίζειανακαινίζουμεανακαινίζετεανακαινίζουν / ανακαινίζουνε
Παρατατικόςανακαίνιζαανακαίνιζεςανακαίνιζεανακαινίζαμεανακαινίζατεανακαίνιζαν / ανακαινίζαν / ανακαινίζανε
Αόριστοςανακαίνισαανακαίνισεςανακαίνισεανακαινίσαμεανακαινίσατεανακαίνισαν / ανακαινίσαν / ανακαινίσανε
Μέλλονταςθα ανακαινίζω / θα ανακαινίσωθα ανακαινίζεις / θα ανακαινίσειςθα ανακαινίζει / θα ανακαινίσειθα ανακαινίζουμε / θα ανακαινίσουμεθα ανακαινίζετε / θα ανακαινίσετεθα ανακαινίζουν / θα ανακαινίζουνε / θα ανακαινίσουν / θα ανακαινίσουνε
Παρακείμενοςέχω ανακαινίσειέχεις ανακαινίσειέχει ανακαινίσειέχουμε ανακαινίσει——
Υπερσυντέλικοςείχα ανακαινίσειείχες ανακαινίσειείχε ανακαινίσει———
Υποτακτικήνα έχω ανακαινίσει / να ανακαινίζω / να ανακαινίσωνα έχεις ανακαινίσει / να ανακαινίζεις / να ανακαινίσειςνα έχει ανακαινίσει / να ανακαινίζει / να ανακαινίσεινα έχουμε ανακαινίσει / να ανακαινίζουμε / να ανακαινίσουμενα ανακαινίζετε / να ανακαινίσετενα ανακαινίζουν / να ανακαινίζουνε / να ανακαινίσουν / να ανακαινίσουνε
Προστακτική—ανακαίνιζε / ανακαίνισε——ανακαινίζετε / ανακαινίστε—

Μεσοπαθητικοί τύποι

ανακαινίστηκαανακαινίζομαι

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →