ανακαινίζω
•
- κάνω ορισμένες επιδιορθώσεις, βελτιώσεις ή τροποποιήσεις σε κάτι παλιό, ώστε να γίνει σαν καινούργιο ή να λειτουργεί καλύτερα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ανακαινίζω < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἀνακαινίζω < αρχαία ελληνική ἀνακαινίζομαι < αρχαία ελληνική ἀνά καινίζω < καινός
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ανακαινίζω | ανακαινίζεις | ανακαινίζει | ανακαινίζουμε | ανακαινίζετε | ανακαινίζουν / ανακαινίζουνε |
| Παρατατικός | ανακαίνιζα | ανακαίνιζες | ανακαίνιζε | ανακαινίζαμε | ανακαινίζατε | ανακαίνιζαν / ανακαινίζαν / ανακαινίζανε |
| Αόριστος | ανακαίνισα | ανακαίνισες | ανακαίνισε | ανακαινίσαμε | ανακαινίσατε | ανακαίνισαν / ανακαινίσαν / ανακαινίσανε |
| Μέλλοντας | θα ανακαινίζω / θα ανακαινίσω | θα ανακαινίζεις / θα ανακαινίσεις | θα ανακαινίζει / θα ανακαινίσει | θα ανακαινίζουμε / θα ανακαινίσουμε | θα ανακαινίζετε / θα ανακαινίσετε | θα ανακαινίζουν / θα ανακαινίζουνε / θα ανακαινίσουν / θα ανακαινίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω ανακαινίσει | έχεις ανακαινίσει | έχει ανακαινίσει | έχουμε ανακαινίσει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ανακαινίσει | είχες ανακαινίσει | είχε ανακαινίσει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ανακαινίσει / να ανακαινίζω / να ανακαινίσω | να έχεις ανακαινίσει / να ανακαινίζεις / να ανακαινίσεις | να έχει ανακαινίσει / να ανακαινίζει / να ανακαινίσει | να έχουμε ανακαινίσει / να ανακαινίζουμε / να ανακαινίσουμε | να ανακαινίζετε / να ανακαινίσετε | να ανακαινίζουν / να ανακαινίζουνε / να ανακαινίσουν / να ανακαινίσουνε |
| Προστακτική | — | ανακαίνιζε / ανακαίνισε | — | — | ανακαινίζετε / ανακαινίστε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
ανακαινίστηκαανακαινίζομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →