ανακαλλιέργεια
•
- γενικότεραεπαναληπτική ή εκ νέου διαδικασία καλλιέργειας Βικιλεξικό
- βιολογίακαλλιέργεια μικροοργανισμών που προκύπτει από μεταφορά υλικού από προϋπάρχουσα καλλιέργεια σε νέο θρεπτικό υπόστρωμα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ανακαλλιέργεια < ανα- + καλλιέργεια (μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική subculture)
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →