Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ανακαλώ

ρήμα
•
  1. καλώ πίσω κάποιον που με αντιπροσωπεύει, τον αποσύρω από αντιπροσωπία, πρεσβεία κλπ Βικιλεξικό
    • Στη Μόσχα για διαβουλεύσεις ανακάλεσε τον πρέσβη της στην Ουκρανία η Ρωσία (Ναυτεμπορική, 23 Φεβρουαρίου 2014)
  2. παίρνω πίσω, αναιρώ απόφαση, εντολή, κατηγορία ή ύβρη Βικιλεξικό
    • οι ομοσπονδίες των εργαζομένων ζητούν απόν υπουργό να ανακαλέσει το νομοσχέδιο
    • ο Πρόεδρος της Βουλής κάλεσε τον ομιλητή να ανακαλέσει (εννοείται: κάποιους υβριστικούς χαρακτηρισμούς)
  3. επαναφέρω στη μνήμη μου, θυμάμαι Βικιλεξικό
  4. καλώ για έλεγχο ένα ελαττωματικό προϊόν Βικιλεξικό
    • ιαπωνική αυτοκινητοβιομηχανία αναγκάζεται να ανακαλέσει χιλιάδες αυτοκίνητα λόγω προβλήματος στον αερόσακο

Ετυμολογία

ανακαλώ < αρχαία ελληνική ἀνακαλέω

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςανακαλώανακαλείςανακαλείανακαλούμεανακαλείτεανακαλούν / ανακαλούνε
Παρατατικόςανακαλούσαανακαλούσεςανακαλούσεανακαλούσαμεανακαλούσατεανακαλούσαν / ανακαλούσανε
Αόριστοςανακάλεσαανακάλεσεςανακάλεσεανακαλέσαμεανακαλέσατεανακάλεσαν / ανακαλέσαν / ανακαλέσανε
Μέλλονταςθα ανακαλέσω / θα ανακαλώθα ανακαλέσεις / θα ανακαλείςθα ανακαλέσει / θα ανακαλείθα ανακαλέσουμε / θα ανακαλούμεθα ανακαλέσετε / θα ανακαλείτεθα ανακαλέσουν / θα ανακαλέσουνε / θα ανακαλούν / θα ανακαλούνε
Παρακείμενοςέχω ανακαλέσειέχεις ανακαλέσειέχει ανακαλέσειέχουμε ανακαλέσειέχετε ανακαλέσει—
Υπερσυντέλικοςείχα ανακαλέσειείχες ανακαλέσειείχε ανακαλέσειείχαμε ανακαλέσει——
Υποτακτικήνα έχω ανακαλέσει / να ανακαλέσω / να ανακαλώνα έχεις ανακαλέσει / να ανακαλέσεις / να ανακαλείςνα έχει ανακαλέσει / να ανακαλέσει / να ανακαλείνα έχουμε ανακαλέσει / να ανακαλέσουμε / να ανακαλούμενα έχετε ανακαλέσει / να ανακαλέσετε / να ανακαλείτενα ανακαλέσουν / να ανακαλέσουνε / να ανακαλούν / να ανακαλούνε
Προστακτική—ανακάλει / ανακάλεσε——ανακαλέστε / ανακαλείτε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →