ανακατακτώ
•
- κατακτώ εκ νέου ή κάτι που είχα απολέσει Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ανακατακτώ < ανα- + κατακτώ ((μεταφραστικό δάνειο) γαλλική reconquérir)
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ανακατακτάω / ανακατακτώ | ανακατακτάς | ανακατακτά / ανακατακτάει | ανακατακτάμε / ανακατακτούμε | ανακατακτάτε | ανακατακτάν / ανακατακτάνε / ανακατακτούν / ανακατακτούνε |
| Παρατατικός | ανακατακτούσα | ανακατακτούσες | ανακατακτούσε | ανακατακτούσαμε | ανακατακτούσατε | ανακατακτούσαν / ανακατακτούσανε |
| Αόριστος | ανακατάκτησα | ανακατάκτησες | ανακατάκτησε | ανακατακτήσαμε | ανακατακτήσατε | ανακατάκτησαν / ανακατακτήσαν / ανακατακτήσανε |
| Μέλλοντας | θα ανακατακτάω / θα ανακατακτήσω / θα ανακατακτώ | θα ανακατακτάς / θα ανακατακτήσεις | θα ανακατακτά / θα ανακατακτάει / θα ανακατακτήσει | θα ανακατακτάμε / θα ανακατακτήσουμε / θα ανακατακτούμε | θα ανακατακτάτε / θα ανακατακτήσετε | θα ανακατακτάν / θα ανακατακτάνε / θα ανακατακτήσουν / θα ανακατακτήσουνε / θα ανακατακτούν / θα ανακατακτούνε |
| Παρακείμενος | έχω ανακατακτήσει | έχεις ανακατακτήσει | — | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ανακατακτήσει | — | — | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ανακατακτήσει / να ανακατακτάω / να ανακατακτήσω / να ανακατακτώ | να έχεις ανακατακτήσει / να ανακατακτάς / να ανακατακτήσεις | να ανακατακτά / να ανακατακτάει / να ανακατακτήσει | να ανακατακτάμε / να ανακατακτήσουμε / να ανακατακτούμε | να ανακατακτάτε / να ανακατακτήσετε | να ανακατακτάν / να ανακατακτάνε / να ανακατακτήσουν / να ανακατακτήσουνε / να ανακατακτούν / να ανακατακτούνε |
| Προστακτική | — | ανακατάκτα / ανακατάκταγε / ανακατάκτησε | — | — | ανακατακτάτε / ανακατακτήστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →