ανακατανέμω
•
- εκ νέου κατανέμω, με άλλο τρόπο ή κριτήρια Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ανακατανέμω < ανα- + κατανέμω ((μεταφραστικό δάνειο) γαλλική redistribuer) <
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ανακατανέμω | ανακατανέμεις | ανακατανέμει | ανακατανέμουμε | ανακατανέμετε | ανακατανέμουν / ανακατανέμουνε |
| Παρατατικός | ανακατένεμα | ανακατένεμες | ανακατένεμε | ανακατανέμαμε | ανακατανέματε | ανακατένεμαν / ανακατανέμαν / ανακατανέμανε |
| Αόριστος | ανακατένειμα | ανακατένειμες | ανακατένειμε | ανακατανείμαμε | ανακατανείματε | ανακατένειμαν / ανακατανείμαν / ανακατανείμανε |
| Μέλλοντας | θα ανακατανέμω / θα ανακατανείμω | θα ανακατανέμεις / θα ανακατανείμεις | θα ανακατανέμει / θα ανακατανείμει | θα ανακατανέμουμε / θα ανακατανείμουμε | θα ανακατανέμετε / θα ανακατανείμετε | θα ανακατανέμουν / θα ανακατανέμουνε / θα ανακατανείμουν / θα ανακατανείμουνε |
| Παρακείμενος | έχω ανακατανείμει | έχεις ανακατανείμει | — | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ανακατανείμει | είχες ανακατανείμει | — | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ανακατανείμει / να ανακατανέμω / να ανακατανείμω | να έχεις ανακατανείμει / να ανακατανέμεις / να ανακατανείμεις | να ανακατανέμει / να ανακατανείμει | να ανακατανέμουμε / να ανακατανείμουμε | να ανακατανέμετε / να ανακατανείμετε | να ανακατανέμουν / να ανακατανέμουνε / να ανακατανείμουν / να ανακατανείμουνε |
| Προστακτική | — | έχε ανακατανεμημένο / ανακατάνειμε / ανακατάνεμε | — | — | ανακατανέμετε / ανακατανείμτε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
ανακατανεμήθηκαανακατανέμομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →