ανακατεύθυνση
•
- πληροφορικήστo διαδίκτυο, σύνδεσμος για αυτόματη μετάβαση σε άλλη ιστοσελίδα Βικιλεξικό
- η ενέργεια και το αποτέλεσμα του ανακατευθύνω, η διαδικασία της στρέψης, της αλλαγής κατεύθυνσης, αλλαγής πορείας, η εκτροπή της κυκλοφορίας Βικιλεξικό
- για την ανακατεύθυνση των οχημάτων
- το να ακολουθείται διαφορετική κατεύθυνση από εκείνη που είχε κάποιος μέχρι τώρα (επαγγελματικά) Βικιλεξικό
- ανακατεύθυνση στην αυτοαπασχόληση και στην ίδρυση νέας επιχείρησης
Ετυμολογία
ανακατεύθυνση < ανα- + κατεύθυνση (νεολογισμός τέλους 20ού αιώνα, μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική redirection)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ανακατεύθυνση | ανακατευθύνσεις |
| Γενική | ανακατεύθυνσης | ανακατευθύνσεων |
| Αιτιατική | ανακατεύθυνση | ανακατευθύνσεις |
| Κλητική | ανακατεύθυνση | ανακατευθύνσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →