Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ανακατεύθυνση

/a.na.kaˈte.fθin.si/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. πληροφορικήστo διαδίκτυο, σύνδεσμος για αυτόματη μετάβαση σε άλλη ιστοσελίδα Βικιλεξικό
  2. η ενέργεια και το αποτέλεσμα του ανακατευθύνω, η διαδικασία της στρέψης, της αλλαγής κατεύθυνσης, αλλαγής πορείας, η εκτροπή της κυκλοφορίας Βικιλεξικό
    • για την ανακατεύθυνση των οχημάτων
  3. το να ακολουθείται διαφορετική κατεύθυνση από εκείνη που είχε κάποιος μέχρι τώρα (επαγγελματικά) Βικιλεξικό
    • ανακατεύθυνση στην αυτοαπασχόληση και στην ίδρυση νέας επιχείρησης

Ετυμολογία

ανακατεύθυνση < ανα- + κατεύθυνση (νεολογισμός τέλους 20ού αιώνα, μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική redirection)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήανακατεύθυνσηανακατευθύνσεις
Γενικήανακατεύθυνσηςανακατευθύνσεων
Αιτιατικήανακατεύθυνσηανακατευθύνσεις
Κλητικήανακατεύθυνσηανακατευθύνσεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →