Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ανακατεύομαι

/a.na.kaˈte.vo.me/ρήμα
•
  1. χάνομαι μέσα στο πλήθος Βικιλεξικό
  2. ασχολούμαι με κάτι Βικιλεξικό
    • τώρα τελευταία ανακατεύεται με τα πολιτικά
  3. επεμβαίνω σε υποθέσεις που δεν με αφορούν Βικιλεξικό
    • γιατί ανακατεύεσαι στα προσωπικά μου;
  4. νιώθω αναγούλα, ένα δυσάρεστο αίσθημα στο στομάχι σαν να μου έρχεται εμετός Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ανακατεύομαι < παθητική φωνή του ρήματος ανακατεύω

Άλλοι τύποι

ανακατεμένοςανακατεύτηκαανακατεύω

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →