ανακατεύομαι
•
- χάνομαι μέσα στο πλήθος Βικιλεξικό
- ασχολούμαι με κάτι Βικιλεξικό
- τώρα τελευταία ανακατεύεται με τα πολιτικά
- επεμβαίνω σε υποθέσεις που δεν με αφορούν Βικιλεξικό
- γιατί ανακατεύεσαι στα προσωπικά μου;
- νιώθω αναγούλα, ένα δυσάρεστο αίσθημα στο στομάχι σαν να μου έρχεται εμετός Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ανακατεύομαι < παθητική φωνή του ρήματος ανακατεύω
Άλλοι τύποι
ανακατεμένοςανακατεύτηκαανακατεύω
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →