ανακατεύω
•
- κάνω ένα μείγμα από διάφορα υλικά και το ανακινώ ώστε να γίνει ομοιογενές Βικιλεξικό
- χαλάω την τάξη που υπάρχει σε ένα σύνολο μετακινώντας τα μέρη του Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ανακατεύω < ανάκατ(ος) + -εύω
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ανακατεύω | ανακατεύεις | ανακατεύει | ανακατεύουμε | ανακατεύετε | ανακατεύουν / ανακατεύουνε |
| Παρατατικός | ανακάτευα | ανακάτευες | ανακάτευε | ανακατεύαμε | ανακατεύατε | ανακάτευαν / ανακατεύαν / ανακατεύανε |
| Αόριστος | ανακάτεψα | ανακάτεψες | ανακάτεψε | ανακατέψαμε | ανακατέψατε | ανακάτεψαν / ανακατέψαν / ανακατέψανε |
| Μέλλοντας | θα ανακατέψω / θα ανακατεύω | θα ανακατέψεις / θα ανακατεύεις | θα ανακατέψει / θα ανακατεύει | θα ανακατέψουμε / θα ανακατεύουμε | θα ανακατέψετε / θα ανακατεύετε | θα ανακατέψουν / θα ανακατέψουνε / θα ανακατεύουν / θα ανακατεύουνε |
| Παρακείμενος | έχω ανακατέψει | έχεις ανακατέψει | έχει ανακατέψει | έχουμε ανακατέψει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ανακατέψει | είχες ανακατέψει | είχε ανακατέψει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ανακατέψει / να ανακατέψω / να ανακατεύω | να έχεις ανακατέψει / να ανακατέψεις / να ανακατεύεις | να έχει ανακατέψει / να ανακατέψει / να ανακατεύει | να έχουμε ανακατέψει / να ανακατέψουμε / να ανακατεύουμε | να ανακατέψετε / να ανακατεύετε | να ανακατέψουν / να ανακατέψουνε / να ανακατεύουν / να ανακατεύουνε |
| Προστακτική | — | έχε ανακατεμένο / ανακάτευε / ανακάτεψε | — | — | ανακατέψτε / ανακατεύετε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
ανακατεύομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →