Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ανακατωσούρα

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η κατάσταση όπου επικρατεί έλλειψη τάξης Βικιλεξικό
  2. μεταφορικάη ανάμειξη ατόμου σε υποθέσεις που δεν τον αφορούν και πρόκληση αναστάτωσης Βικιλεξικό
  3. μεταφορικάη τάση για εμετό, απροσδιόριστη στομαχική αδιαθεσία όπου υπάρχει η αίσθηση ότι ανακατεύεται το περιεχόμενο του στομαχιού Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ανακατωσούρα < ανακατώνω

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήανακατωσούραανακατωσούρες
Γενικήανακατωσούρας—
Αιτιατικήανακατωσούραανακατωσούρες
Κλητικήανακατωσούραανακατωσούρες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →