ανακατωσούρα
•
- η κατάσταση όπου επικρατεί έλλειψη τάξης Βικιλεξικό
- μεταφορικάη ανάμειξη ατόμου σε υποθέσεις που δεν τον αφορούν και πρόκληση αναστάτωσης Βικιλεξικό
- μεταφορικάη τάση για εμετό, απροσδιόριστη στομαχική αδιαθεσία όπου υπάρχει η αίσθηση ότι ανακατεύεται το περιεχόμενο του στομαχιού Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ανακατωσούρα < ανακατώνω
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ανακατωσούρα | ανακατωσούρες |
| Γενική | ανακατωσούρας | — |
| Αιτιατική | ανακατωσούρα | ανακατωσούρες |
| Κλητική | ανακατωσούρα | ανακατωσούρες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →