ανακεκαμμένος
•
- αυτός που έχει καμφθεί προς τα πίσω ή τα επάνω Βικιλεξικό
- φωνητικήταξινομικός όρος για τον τρόπο άρθρωσης συμφώνων, όπου η γλώσσα έχει καμφθεί προς τα πίσω και τα επάνω Βικιλεξικό
- π.χ. ηχηρό ανακεκαμμένο προσεγγιστικό, το [ɻ]
Ετυμολογία
ανακεκαμμένος: μετοχή παθητικού παρακειμένου με αναδιπλασιασμό του ρήματος ανακάμπτω, για επιστημονικούς όρους σημασιολογικό δάνειο από τη νεολατινική rĕtrōflexus. Συγχρονικά αναλύεται σε ανα- + κεκαμμένος.
Άλλοι τύποι
ανακεκαμμέναανακεκαμμένεανακεκαμμένεςανακεκαμμένηανακεκαμμένηςανακεκαμμένοανακεκαμμένοιανακεκαμμένοςανακεκαμμένουανακεκαμμένουςανακεκαμμένων
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →