Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ανακεφαλαιώνω

/a.na.ce.fa.leˈo.no/ρήμα
•
  1. επαναλαμβάνω συνοπτικά τα βασικά σημεία από ό,τι έχει λεχθεί προηγουμένως Βικιλεξικό
  2. οικονομίαπροσθέτω καθυστερημένους τόκους στο κεφάλαιο Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ανακεφαλαιώνω < ανά + κεφαλαιώνω (< κεφάλαιο)

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςανακεφαλαιώνωανακεφαλαιώνειςανακεφαλαιώνειανακεφαλαιώνουμεανακεφαλαιώνετεανακεφαλαιώνουν / ανακεφαλαιώνουνε
Παρατατικόςανακεφαλαίωναανακεφαλαίωνεςανακεφαλαίωνεανακεφαλαιώναμεανακεφαλαιώνατεανακεφαλαίωναν / ανακεφαλαιώναν / ανακεφαλαιώνανε
Αόριστοςανακεφαλαίωσαανακεφαλαίωσεςανακεφαλαίωσεανακεφαλαιώσαμεανακεφαλαιώσατεανακεφαλαίωσαν / ανακεφαλαιώσαν / ανακεφαλαιώσανε
Μέλλονταςθα ανακεφαλαιώνω / θα ανακεφαλαιώσωθα ανακεφαλαιώνεις / θα ανακεφαλαιώσειςθα ανακεφαλαιώνει / θα ανακεφαλαιώσειθα ανακεφαλαιώνουμε / θα ανακεφαλαιώσουμεθα ανακεφαλαιώνετε / θα ανακεφαλαιώσετεθα ανακεφαλαιώνουν / θα ανακεφαλαιώνουνε / θα ανακεφαλαιώσουν / θα ανακεφαλαιώσουνε
Παρακείμενοςέχω ανακεφαλαιώσειέχεις ανακεφαλαιώσειέχει ανακεφαλαιώσειέχουμε ανακεφαλαιώσειέχετε ανακεφαλαιώσει—
Υπερσυντέλικοςείχα ανακεφαλαιώσειείχες ανακεφαλαιώσειείχε ανακεφαλαιώσειείχαμε ανακεφαλαιώσει——
Υποτακτικήνα έχω ανακεφαλαιώσει / να ανακεφαλαιώνω / να ανακεφαλαιώσωνα έχεις ανακεφαλαιώσει / να ανακεφαλαιώνεις / να ανακεφαλαιώσειςνα έχει ανακεφαλαιώσει / να ανακεφαλαιώνει / να ανακεφαλαιώσεινα έχουμε ανακεφαλαιώσει / να ανακεφαλαιώνουμε / να ανακεφαλαιώσουμενα έχετε ανακεφαλαιώσει / να ανακεφαλαιώνετε / να ανακεφαλαιώσετενα ανακεφαλαιώνουν / να ανακεφαλαιώνουνε / να ανακεφαλαιώσουν / να ανακεφαλαιώσουνε
Προστακτική—ανακεφαλαίωνε / ανακεφαλαίωσε——ανακεφαλαιώνετε / ανακεφαλαιώστε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →