ανακεφαλαιώνω
•
- επαναλαμβάνω συνοπτικά τα βασικά σημεία από ό,τι έχει λεχθεί προηγουμένως Βικιλεξικό
- οικονομίαπροσθέτω καθυστερημένους τόκους στο κεφάλαιο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ανακεφαλαιώνω < ανά + κεφαλαιώνω (< κεφάλαιο)
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ανακεφαλαιώνω | ανακεφαλαιώνεις | ανακεφαλαιώνει | ανακεφαλαιώνουμε | ανακεφαλαιώνετε | ανακεφαλαιώνουν / ανακεφαλαιώνουνε |
| Παρατατικός | ανακεφαλαίωνα | ανακεφαλαίωνες | ανακεφαλαίωνε | ανακεφαλαιώναμε | ανακεφαλαιώνατε | ανακεφαλαίωναν / ανακεφαλαιώναν / ανακεφαλαιώνανε |
| Αόριστος | ανακεφαλαίωσα | ανακεφαλαίωσες | ανακεφαλαίωσε | ανακεφαλαιώσαμε | ανακεφαλαιώσατε | ανακεφαλαίωσαν / ανακεφαλαιώσαν / ανακεφαλαιώσανε |
| Μέλλοντας | θα ανακεφαλαιώνω / θα ανακεφαλαιώσω | θα ανακεφαλαιώνεις / θα ανακεφαλαιώσεις | θα ανακεφαλαιώνει / θα ανακεφαλαιώσει | θα ανακεφαλαιώνουμε / θα ανακεφαλαιώσουμε | θα ανακεφαλαιώνετε / θα ανακεφαλαιώσετε | θα ανακεφαλαιώνουν / θα ανακεφαλαιώνουνε / θα ανακεφαλαιώσουν / θα ανακεφαλαιώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω ανακεφαλαιώσει | έχεις ανακεφαλαιώσει | έχει ανακεφαλαιώσει | έχουμε ανακεφαλαιώσει | έχετε ανακεφαλαιώσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ανακεφαλαιώσει | είχες ανακεφαλαιώσει | είχε ανακεφαλαιώσει | είχαμε ανακεφαλαιώσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ανακεφαλαιώσει / να ανακεφαλαιώνω / να ανακεφαλαιώσω | να έχεις ανακεφαλαιώσει / να ανακεφαλαιώνεις / να ανακεφαλαιώσεις | να έχει ανακεφαλαιώσει / να ανακεφαλαιώνει / να ανακεφαλαιώσει | να έχουμε ανακεφαλαιώσει / να ανακεφαλαιώνουμε / να ανακεφαλαιώσουμε | να έχετε ανακεφαλαιώσει / να ανακεφαλαιώνετε / να ανακεφαλαιώσετε | να ανακεφαλαιώνουν / να ανακεφαλαιώνουνε / να ανακεφαλαιώσουν / να ανακεφαλαιώσουνε |
| Προστακτική | — | ανακεφαλαίωνε / ανακεφαλαίωσε | — | — | ανακεφαλαιώνετε / ανακεφαλαιώστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →