ανακινώ
•
- επαναφέρω προς εξέταση ένα θέμα που άλλοι θεωρούσαν ότι είχε "κλείσει" και προκαλώ δυσαρέσκεια, αναταράζω λιμνάζοντα νερά Βικιλεξικό
- Η Τουρκία ανακινεί το ζήτημα της υφαλοκρηπίδας
- αναταράζω, ανακατεύω, κινώ κάθετα Βικιλεξικό
- Ανακίνησε καλά το σιρόπι προτού το ανοίξεις
Ετυμολογία
ανακινώ < αρχαία ελληνική άνακινώ
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ανακινώ | ανακινείς | ανακινεί | ανακινούμε | ανακινείτε | ανακινούν / ανακινούνε |
| Παρατατικός | ανακινούσα | ανακινούσες | ανακινούσε | ανακινούσαμε | ανακινούσατε | ανακινούσαν / ανακινούσανε |
| Αόριστος | ανακίνησα | ανακίνησες | ανακίνησε | ανακινήσαμε | ανακινήσατε | ανακίνησαν / ανακινήσαν / ανακινήσανε |
| Μέλλοντας | θα ανακινήσω / θα ανακινώ | θα ανακινήσεις / θα ανακινείς | θα ανακινήσει / θα ανακινεί | θα ανακινήσουμε / θα ανακινούμε | θα ανακινήσετε / θα ανακινείτε | θα ανακινήσουν / θα ανακινήσουνε / θα ανακινούν / θα ανακινούνε |
| Παρακείμενος | έχω ανακινήσει | έχεις ανακινήσει | έχει ανακινήσει | έχουμε ανακινήσει | έχετε ανακινήσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ανακινήσει | είχες ανακινήσει | είχε ανακινήσει | είχαμε ανακινήσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ανακινήσει / να ανακινήσω / να ανακινώ | να έχεις ανακινήσει / να ανακινήσεις / να ανακινείς | να έχει ανακινήσει / να ανακινήσει / να ανακινεί | να έχουμε ανακινήσει / να ανακινήσουμε / να ανακινούμε | να έχετε ανακινήσει / να ανακινήσετε / να ανακινείτε | να ανακινήσουν / να ανακινήσουνε / να ανακινούν / να ανακινούνε |
| Προστακτική | — | ανακίνει / ανακίνησε | — | — | ανακινήστε / ανακινείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →