ανακλαδίζω
•
- τεντώνω τα μέλη μου (για να ξεμουδιάσω) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ανακλαδίζω < ανα- + κλαδί + -ίζω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ανακλαδίζω | ανακλαδίζεις | ανακλαδίζει | ανακλαδίζουμε | ανακλαδίζετε | ανακλαδίζουν / ανακλαδίζουνε |
| Παρατατικός | ανακλάδιζα | ανακλάδιζες | ανακλάδιζε | ανακλαδίζαμε | ανακλαδίζατε | ανακλάδιζαν / ανακλαδίζαν / ανακλαδίζανε |
| Αόριστος | ανακλάδισα | ανακλάδισες | ανακλάδισε | ανακλαδίσαμε | ανακλαδίσατε | ανακλάδισαν / ανακλαδίσαν / ανακλαδίσανε |
| Μέλλοντας | θα ανακλαδίζω / θα ανακλαδίσω | θα ανακλαδίζεις / θα ανακλαδίσεις | θα ανακλαδίζει / θα ανακλαδίσει | θα ανακλαδίζουμε / θα ανακλαδίσουμε | θα ανακλαδίζετε / θα ανακλαδίσετε | θα ανακλαδίζουν / θα ανακλαδίζουνε / θα ανακλαδίσουν / θα ανακλαδίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω ανακλαδίσει | έχεις ανακλαδίσει | έχει ανακλαδίσει | έχουμε ανακλαδίσει | έχετε ανακλαδίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ανακλαδίσει | είχες ανακλαδίσει | είχε ανακλαδίσει | είχαμε ανακλαδίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ανακλαδίσει / να ανακλαδίζω / να ανακλαδίσω | να έχεις ανακλαδίσει / να ανακλαδίζεις / να ανακλαδίσεις | να έχει ανακλαδίσει / να ανακλαδίζει / να ανακλαδίσει | να έχουμε ανακλαδίσει / να ανακλαδίζουμε / να ανακλαδίσουμε | να έχετε ανακλαδίσει / να ανακλαδίζετε / να ανακλαδίσετε | να ανακλαδίζουν / να ανακλαδίζουνε / να ανακλαδίσουν / να ανακλαδίσουνε |
| Προστακτική | — | ανακλάδιζε / ανακλάδισε | — | — | ανακλαδίζετε / ανακλαδίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →