ανακλητήριος
•
- ο σχετικός με την ανάκληση, αυτός με τον οποίο μπορεί να ανακληθεί κάποιος ή κάτι Βικιλεξικό
- ανακλητήρια έγγραφα (με τα οποία ανακαλούνται οι διπλωματικοί υπάλληλοι όταν επέρχεται ρήξη στις σχέσεις δύο κρατών)
- ανακλητήριο σήμα (παρωχημένο, παλιό ναυτικό σήμα με σημαία, που διέταζε ανάκληση]
- στον πληθυντικό τα ανακλητήρια (ως ουσιαστικό) ήταν τελετή ενηλικίωσης των Αιγυπτίων και Περσών βασιλέων στους ελληνιστικούς χρόνους Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ανακλητήριος < ανακαλώ, ανακλη- + -τήριος Δείτε και το αρχαίο ἀνακλητήρια (πληθυντικός)
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ανακλητήριος | ανακλητήρια | ανακλητήριο |
| Γενική | ανακλητήριου | ανακλητήριας | ανακλητήριου |
| Αιτιατική | ανακλητήριο | ανακλητήρια | ανακλητήριο |
| Κλητική | ανακλητήριε | ανακλητήρια | ανακλητήριο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ανακλητήριοι | ανακλητήριες | ανακλητήρια |
| Γενική | ανακλητήριων | ανακλητήριων | ανακλητήριων |
| Αιτιατική | ανακλητήριους | ανακλητήριες | ανακλητήρια |
| Κλητική | ανακλητήριοι | ανακλητήριες | ανακλητήρια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →