ανακλητικός
•
- που συμβάλλει στην ανάκληση, που είναι απαραίτητος για να ανακληθεί κάτι Βικιλεξικό
- ανακλητικό διάταγμα (που ακυρώνει άλλο, προηγούμενο διάταγμα)
- τροποποιητική και ανακλητική δήλωση του Ε9 (που ουσιαστικά ακυρώνει, ανακαλεί προηγούμενη δήλωση προς την εφορία)
- ανακλητική απόφαση (φορέα, υπουργείου κ.α. που ανακαλεί προηγούμενη σχετική απόφαση)
Ετυμολογία
ανακλητικός < (ελληνιστική κοινή) ἀνακλητικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ανακλητικός | ανακλητική | ανακλητικό |
| Γενική | ανακλητικού | ανακλητικής | ανακλητικού |
| Αιτιατική | ανακλητικό | ανακλητική | ανακλητικό |
| Κλητική | ανακλητικέ | ανακλητική | ανακλητικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ανακλητικοί | ανακλητικές | ανακλητικά |
| Γενική | ανακλητικών | ανακλητικών | ανακλητικών |
| Αιτιατική | ανακλητικούς | ανακλητικές | ανακλητικά |
| Κλητική | ανακλητικοί | ανακλητικές | ανακλητικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →