ανακλητός
•
- που μπορεί να ανακληθεί Βικιλεξικό
- η διοίκησή του να ελέγχεται από εκλεγμένους και ανακλητούς αντιπροσώπους των εργαζομένων (από την εφημερίδα ΑΥΓΗ, 4-4-2010)
Ετυμολογία
ανακλητός < ανακαλώ + -τός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ανακλητός | ανακλητή | ανακλητό |
| Γενική | ανακλητού | ανακλητής | ανακλητού |
| Αιτιατική | ανακλητό | ανακλητή | ανακλητό |
| Κλητική | ανακλητέ | ανακλητή | ανακλητό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ανακλητοί | ανακλητές | ανακλητά |
| Γενική | ανακλητών | ανακλητών | ανακλητών |
| Αιτιατική | ανακλητούς | ανακλητές | ανακλητά |
| Κλητική | ανακλητοί | ανακλητές | ανακλητά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →