ανακοινοποιώ
•
- νεολογισμόςκοινοποιώ κάτι εκ νέου ή κι εγώ με τη σειρά μου Βικιλεξικό
- νεολογισμόςκοινοποιώ εκ νέου επίσημο έγγραφο επιφέροντας διορθώσεις και επαναδιατυπώσεις Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ανακοινοποιώ < ανα- + κοινοποιώ
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ανακοινοποιώ | ανακοινοποιείς | ανακοινοποιεί | ανακοινοποιούμε | ανακοινοποιείτε | ανακοινοποιούν / ανακοινοποιούνε |
| Παρατατικός | ανακοινοποιούσα | ανακοινοποιούσες | ανακοινοποιούσε | ανακοινοποιούσαμε | ανακοινοποιούσατε | ανακοινοποιούσαν / ανακοινοποιούσανε |
| Αόριστος | ανακοινοποίησα | ανακοινοποίησες | ανακοινοποίησε | ανακοινοποιήσαμε | ανακοινοποιήσατε | ανακοινοποίησαν / ανακοινοποιήσαν / ανακοινοποιήσανε |
| Μέλλοντας | θα ανακοινοποιήσω / θα ανακοινοποιώ | θα ανακοινοποιήσεις / θα ανακοινοποιείς | θα ανακοινοποιήσει / θα ανακοινοποιεί | θα ανακοινοποιήσουμε / θα ανακοινοποιούμε | θα ανακοινοποιήσετε / θα ανακοινοποιείτε | θα ανακοινοποιήσουν / θα ανακοινοποιήσουνε / θα ανακοινοποιούν / θα ανακοινοποιούνε |
| Παρακείμενος | έχω ανακοινοποιήσει | έχεις ανακοινοποιήσει | έχει ανακοινοποιήσει | έχουμε ανακοινοποιήσει | έχετε ανακοινοποιήσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ανακοινοποιήσει | είχες ανακοινοποιήσει | είχε ανακοινοποιήσει | είχαμε ανακοινοποιήσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ανακοινοποιήσει / να ανακοινοποιήσω / να ανακοινοποιώ | να έχεις ανακοινοποιήσει / να ανακοινοποιήσεις / να ανακοινοποιείς | να έχει ανακοινοποιήσει / να ανακοινοποιήσει / να ανακοινοποιεί | να έχουμε ανακοινοποιήσει / να ανακοινοποιήσουμε / να ανακοινοποιούμε | να έχετε ανακοινοποιήσει / να ανακοινοποιήσετε / να ανακοινοποιείτε | να ανακοινοποιήσουν / να ανακοινοποιήσουνε / να ανακοινοποιούν / να ανακοινοποιούνε |
| Προστακτική | — | ανακοινοποίει / ανακοινοποίησε | — | — | ανακοινοποιήστε / ανακοινοποιείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →