Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ανακοινοποιώ

ρήμα
•
  1. νεολογισμόςκοινοποιώ κάτι εκ νέου ή κι εγώ με τη σειρά μου Βικιλεξικό
  2. νεολογισμόςκοινοποιώ εκ νέου επίσημο έγγραφο επιφέροντας διορθώσεις και επαναδιατυπώσεις Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ανακοινοποιώ < ανα- + κοινοποιώ

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςανακοινοποιώανακοινοποιείςανακοινοποιείανακοινοποιούμεανακοινοποιείτεανακοινοποιούν / ανακοινοποιούνε
Παρατατικόςανακοινοποιούσαανακοινοποιούσεςανακοινοποιούσεανακοινοποιούσαμεανακοινοποιούσατεανακοινοποιούσαν / ανακοινοποιούσανε
Αόριστοςανακοινοποίησαανακοινοποίησεςανακοινοποίησεανακοινοποιήσαμεανακοινοποιήσατεανακοινοποίησαν / ανακοινοποιήσαν / ανακοινοποιήσανε
Μέλλονταςθα ανακοινοποιήσω / θα ανακοινοποιώθα ανακοινοποιήσεις / θα ανακοινοποιείςθα ανακοινοποιήσει / θα ανακοινοποιείθα ανακοινοποιήσουμε / θα ανακοινοποιούμεθα ανακοινοποιήσετε / θα ανακοινοποιείτεθα ανακοινοποιήσουν / θα ανακοινοποιήσουνε / θα ανακοινοποιούν / θα ανακοινοποιούνε
Παρακείμενοςέχω ανακοινοποιήσειέχεις ανακοινοποιήσειέχει ανακοινοποιήσειέχουμε ανακοινοποιήσειέχετε ανακοινοποιήσει—
Υπερσυντέλικοςείχα ανακοινοποιήσειείχες ανακοινοποιήσειείχε ανακοινοποιήσειείχαμε ανακοινοποιήσει——
Υποτακτικήνα έχω ανακοινοποιήσει / να ανακοινοποιήσω / να ανακοινοποιώνα έχεις ανακοινοποιήσει / να ανακοινοποιήσεις / να ανακοινοποιείςνα έχει ανακοινοποιήσει / να ανακοινοποιήσει / να ανακοινοποιείνα έχουμε ανακοινοποιήσει / να ανακοινοποιήσουμε / να ανακοινοποιούμενα έχετε ανακοινοποιήσει / να ανακοινοποιήσετε / να ανακοινοποιείτενα ανακοινοποιήσουν / να ανακοινοποιήσουνε / να ανακοινοποιούν / να ανακοινοποιούνε
Προστακτική—ανακοινοποίει / ανακοινοποίησε——ανακοινοποιήστε / ανακοινοποιείτε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →