ανακομίζω
•
- κάνω την ανακομιδή Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ανακομίζω < μεσαιωνική ελληνική ἀνακομίζω (παρόμοια σημασία) < αρχαία ελληνική ἀνακομίζω < ἀνά + κομίζω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ανακομίζω | ανακομίζεις | ανακομίζει | ανακομίζουμε | ανακομίζετε | ανακομίζουν / ανακομίζουνε |
| Παρατατικός | ανακόμιζα | ανακόμιζες | ανακόμιζε | ανακομίζαμε | ανακομίζατε | ανακομίζαν / ανακομίζανε / ανακόμιζαν |
| Αόριστος | ανακόμισα | ανακόμισες | ανακόμισε | ανακομίσαμε | ανακομίσατε | ανακομίσαν / ανακομίσανε / ανακόμισαν |
| Μέλλοντας | θα ανακομίζω / θα ανακομίσω | θα ανακομίζεις / θα ανακομίσεις | θα ανακομίζει / θα ανακομίσει | θα ανακομίζουμε / θα ανακομίσουμε | θα ανακομίζετε / θα ανακομίσετε | θα ανακομίζουν / θα ανακομίζουνε / θα ανακομίσουν / θα ανακομίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω ανακομίσει | έχεις ανακομίσει | έχει ανακομίσει | έχουμε ανακομίσει | έχετε ανακομίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ανακομίσει | είχες ανακομίσει | είχε ανακομίσει | είχαμε ανακομίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ανακομίσει / να ανακομίζω / να ανακομίσω | να έχεις ανακομίσει / να ανακομίζεις / να ανακομίσεις | να έχει ανακομίσει / να ανακομίζει / να ανακομίσει | να έχουμε ανακομίσει / να ανακομίζουμε / να ανακομίσουμε | να έχετε ανακομίσει / να ανακομίζετε / να ανακομίσετε | να ανακομίζουν / να ανακομίζουνε / να ανακομίσουν / να ανακομίσουνε |
| Προστακτική | — | ανακόμιζε / ανακόμισε | — | — | ανακομίζετε / ανακομίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →